Μια Αγάπη που δηλώνει Παρών...

Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018



"Η ΑΓΑΠΗ ΔΗΛΩΝΕΙ ΠΑΡΩΝ"

της ΚΙΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ


Την Κική Κωνσταντίνου την "παρακολουθώ" καιρό τώρα στα λογοτεχνικά της βήματα. Όταν εννοώ "την παρακολουθώ" φυσικά δεν παριστάνω μήτε τον κριτικό λογοτεχνίας μήτε με διακρίνει κάποια βαρύγδουπη ιδιότητα αναλυτή πεζού λόγου και ποίησης. Την Κική Κωνσταντίνου, την παρακολουθώ σαν απλός δικτυακός φίλος, σαν επισκέπτης στις δικτυακές της παρουσίες. στο όμορφο blog της εδώ:

ΕΚΦΡΑΣΟΥ-ΚΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Από αυτό της το "σπιτικό" την γνώρισα και έγινα κοινωνός των βημάτων της στον κόσμο της ποίησης και της λογοτεχνίας. Διάβασα το πρώτο της έργο, τα ποιήματά της "ΤΑ ΛΑΦΥΡΑ της ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ" και ένιωσα την πρώτη συγκίνηση για τη σκέψη της. Στη συνέχεια ήρθε η δεύτερη Ποιητική της Συλλογή, "ΟΙ ΦΕΓΓΙΤΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ". Και είδα πόσο πάθος έχει στο να προσπαθεί να εκφράσει αυτό που κρύβει στην καρδιά και στο νου της με τον δικό της τρόπο.

Πριν λίγο, τελείωσα την ανάγνωση στο πρώτο της έργο με βάση τον Πεζό Λόγο, "Η ΑΓΑΠΗ ΔΗΛΩΝΕΙ ΠΑΡΩΝ", που αποτελείται από τρία ξέχωρα διηγήματα:

  • "Η ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ"
  • "Η ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ"
  • "ΣΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΤΡΕΝΩΝ"
Η Πρώτη της απόπειρα στο διήγημα είναι πολύ πετυχημένη. Ρούφηξα θα έλεγα, χωρίς κανέναν κόπο και τα τρία διηγήματα που με γέμισαν και συνολικά και το καθένα ξεχωριστά με πολύ όμορφα και έντονα συναισθήματα.

Η Κική έχει το πάθος να πραγματεύεται στη γραφή της την έννοια της "ΑΓΑΠΗΣ". Στα τρία αυτά της  τα διηγήματα αυτή ακριβώς η ερωτική Αγάπη φωνάζει στην κυριολεξία "ΠΑΡΩΝ" με τον δικό της βροντώδη και ουσιαστικό τρόπο.

Στην "Αγάπη της Σιωπής" την προσεγγίζει με τρόπο δυνατό, ιδιαίτερο σε μια δύσκολη σχέση δύο νέων ανθρώπων. Θα ταξιδέψουμε στα όμορφα στενά και στις παραλίες της Κέρκυρας. Θα ακολουθήσουμε σμάρια ανθρώπων που ζουν τις δικές τους στιγμές σε μια γραφή "του δρόμου", με λίγα λόγια της κίνησης μέσα στο χώρο. Ένας νεαρός φωτογράφος συναντά την απόλυτη ανατροπή στις απόψεις του για τον έρωτα σαν αντικρύζει μια όμορφη αλλά σιωπηρή νεαρή γυναίκα. Εκεί θα νιώσει μια Αγάπη, έντονη, μαγική που θα τον οδηγήσει στο να υπερβεί μια σειρά από τα μοντέλα που είχε στη ζωή του. Το διήγημα βάζει χοντρά ζητήματα που απαιτούν απαντήσεις και στάση ζωής.

Στην "Φυσαρμόνικα των Αισθήσεων" θα ταξιδέψουμε σε μια ρετρό εποχή, ΝεοΒικτωριανή, που άγγιξε για λίγο και την Ελληνική Κοινωνία. Εδώ θα δούμε την Αγάπη και τον Έρωτα να δοκιμάζονται στις μυλόπετρες των ταξικών αντιθέσεων που ύψωσαν οι άνθρωποι. Ένας φτωχός νεαρός με όπλο και έμπνευσή του την φυσαρμόνικά του και μια νεαρή κοπέλα κόρη μεγαλοαστικής οικογένειας. Θα αντέξουν ; θα σταθούν όρθιοι ; θα ανατρέψουν τις δομές που ορθώνουν γύρω τους οι άλλοι ; Μια απλή φυσαρμόνικα θα γίνει η σάλπιγγα που θα γράψει τη δική της ιστορία ; 
Προσωπικά με συγκίνησε πάρα πολύ αυτό το διήγημα, το ομολογώ.

Στην "Στάση των τρένων" επανερχόμαστε στο σήμερα. Μια πάρα πολύ πρωτότυπη σύλληψη από την συγγραφέα μας. Και πάλι ένα θέμα της στο δρόμο. Στην καθημερινότητα. Ένας σταθμός τρένου. Μια νεαρή γυναίκα που παρατηρεί και σημειώνει και ένας νεαρός περαστικός που ενώνει την παρατήρησή του με τις δικές της σκέψεις και αναζητήσεις. Πολύ όμορφο. Ειδικά το κλείσιμό του με αναφορά στους στίχους του Χριστιανόπουλου στο "Ενός λεπτού σιγή" είναι συγκλονιστικό.

Κάντε τον κόπο να αναζητήσετε το Βιβλίο και να το διαβάσετε. Αξίζει κάθε προσοχής χωρίς ίχνος υπερβολής. Και ειδικά όταν ο συγγραφέας είναι ένας νέος άνθρωπος, μια νεαρή Γυναίκα που απλώνει τα όνειρά της σε δημιουργικούς κόσμους, τότε αξίζει ακόμα περισσότερο.

Η Κική Κωνσταντίνου έχει πάθος και αγαπά αυτό που κάνει. Να γράφει, να δοκιμάσει λογοτεχνικά είδη, να μην φοβάται να εκτεθεί συγγραφικά. Με ελάχιστα ίσως ανύπαρκτα μέσα είναι μια Νέα Γυναίκα που στον ορυμαγδό της σημερινής μας πραγματικότητας δεν διστάζει να βγει με θετικά μηνύματα για όλους μας και να δηλώσει και εκείνη με αξιόλογο τρόπο το δικό της "ΠΑΡΩΝ".


Αστυνομικο Μυθιστόρημα: Γενική Παρουσίαση (Μέρος 1ο)

Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

Θα εγκαινιάσω φίλες και φίλοι, την καινούργια χρονιά με ζεστές ευχές για όλους από καρδιάς. Και με μια παρακίνηση για έναν διαρκή αγώνα πάνω στη ζωή μας ατομικά και συλλογικά.
Το θέμα με το οποίο εγκαινιάζω τις αναρτήσεις μου στο νέο έτος αφορά μια ιδιαίτερα προσφιλή τα τελευταία χρόνια κατηγορία Λογοτεχνίας, που αποκτά συνέχεια περισσότερους και ένθερμους φίλους.
Αυτήν της κατηγορίας του:

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ



Καθώς λοιπόν τον τελευταίο καιρό, τα ράφια στις Βιβλιοθήκες των σημείων πώλησης γεμίζουν με έργα Αστυνομικού Μυθιστορήματος και καθώς στην δικτυακή μας γειτονιά γίνεται όλο και πιο συχνά λόγος για το είδος αυτό (Προσωπικά Μανιώδης λάτρης του είδους....), θεώρησα σκόπιμο να κάνουμε εδώ μια γενική παρουσίαση πάνω στο είδος, την ιστορία του και τις σχολές του για να δώσω, σε όλους μας, ένα σύντομο εργαλείο κωδικοποίησης των έργων αστυνομικού μυθιστορήματος.
Πάμε λοιπόν στο ταξίδι μας:



Το ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ πλέον, έχει αυτονομηθεί ως συγκεκριμένο είδος στην Λογοτεχνία. Χρειάστηκαν πολλές δεκαετίες για να αποκτήσει αυτήν την οντότητα και να ξεφύγει από το είδος της λεγόμενης παραφιλολογίας.



ΟΡΙΣΜΟΣ:  Μπορούμε να το ορίσουμε σύντομα ως το μυθιστόρημα που αντικείμενο έχει να επιλύσει ή να περιγράψει ένα μυστήριο με τη μορφή αν θέλετε γρίφου που αφορά την σχέση των ανθρώπων μέσα στις οργανωμένες κοινωνικές δομές με σημείο αναφοράς το ΕΓΚΛΗΜΑ.
Μπορει να το χωρίσουμε στο λεγόμενο:
  • "Whodunit" Αστυνομικό μυθιστόρημα, από την σύνθεση των λέξεων "Who done it". Είναι αστυνομικό εκείνο μυθιστόρημα που θα ασχοληθεί με έναν ή περισσότερους φόνους ή παραβατικές ποινικές συμπεριφορές στο οποίο η κεντρική ιδέα είναι να προσεγγίσουμε τον ή τους ενόχους.
  • Η κλασική Αστυνομική Περιπέτεια, η οποία έχει πιο διευρυμένα όρια από τα προηγούμενα θέλοντας να περιγράψει και άλλα γενόμενα.
Αφού δώσαμε έναν γενικό ορισμό για το είδος προχωράμε τώρα στην Ιστορία του και στις διάφορες κατηγορίες-σχολές του:

ΙΣΤΟΡΙΑ-Η ΠΡΩΤΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ: Το Αστυνομικό μυθιστόρημα έχει τις πρωταρχικές του ρίζες στον 19ο αιώνα, στην κοινωνία της Βιομηχανικής Επανάστασης και συγκεκριμένα στον Αγγλοσαξωνικό κόσμο (Βρετανία, ΗΠΑ, Γαλλία) όπου υπάρχει και ο μηχανισμός ελέγχου και καταστολής του εγκλήματος όπως και η συγκρότηση των μεγάλων αστικών κέντρων.
Ο Αιώνας αυτός, λογοτεχνικά, κυριαρχείται από το ρεύμα του ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΥ συνεπώς δεν μπορει αυτό να αφήσει ανεπηρέαστο έναν κλάδο της λογοτεχνίας της εποχής.

Το ΠΡΩΤΟ αστυνομικό μυθιστορημα που σηματοδοτείται ιστορικά ανήκει σε έναν μεγάλο λογοτεχνικό θρύλο. Στον συγγραφέα του παράξενου και του τρομακτικού. Στον ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ. 


Όπως καταλαβαίνετε, το πρώτο Αστυνομικό μυθιστόρημα, θεωρούνται τα "ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ της ΟΔΟΥ ΜΟΡΓΚ" που γράφτηκαν το 1841 με κεντρικό ήρωα τον Ντετέκτιβ  ΩΓΚΥΣΤ ΝΤΥΠΕΝ. Πριν τον ΠΟΕ είχαν προηγηθεί μια σειρά έργων που ανήκουν σε ένα παραφιλολογικό πρόπλασμα. Ακολούθησαν χρόνια πολλά μέχρι το είδος αυτό να ξεφύγει από την παραλογοτεχνία και να γίνει "δεκτό" στους φιλολογικούς κύκλους.

Οι επόμενοι δημιουργοί ήταν στη ΓΑΛΛΙΑ: Οι ΜΩΡΙΣ ΛΕΜΠΛΑΝ και ο ΕΜΙΛ ΓΚΑΜΠΟΡΙΟ, δημιουργώντας την σχετική κλασική σχολή στην οποία ενώθηκαν ο ΓΟΥΣΤΑΒ ΛΕ ΡΟΥΖ ( "Ο Κήπος των Στεναγμών") και Ο ΓΚΑΣΤΟΝ ΛΕΡΟΥ ("Το Φάντασμα της Όπερας", "Το άρωμα της γυναίκας με τα μαύρα"), στην οποία νοοοτροπία ενυπάρχει έντονα και το στοιχείο του Φανταστικού με υπέροχο τρόπο.

Το Λυκαυγές του 18ου αιώνα, ο ΣΕΡ ΑΡΘΟΥΡ ΚΟΝΑΝ ΝΤΟΫΛ


 Εδώ ο μεγάλος αυτός Σκωτσέζος δημιουργός βάζει την πρώτη μεγάλη σφραγίδα στο Αστυνομικό Μυθιστόρημα. Το 1886 "γεννιέται" και περνάει πλέον στην Ιστορία η πρώτη μεγάλη θρυλική μορφή διώκτη του Εγκλήματος. Δεν είναι άλλος από τον περίφημο ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ.
Λέγεται ότι ο Κοναν Ντόϋλ τον δημιούργησε έχοντας ως εικόνα τον καθηγητή του Τζόζεφ Μπελ. Η Πρεμιέρα του ΧΟΛΜΣ έγινε στο περιοδικό "THE STRAND" με το διήγημα "ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ".  
Ο Χολμς είναι ψηλός, πάνω από 1,80 μ. και αδύνατος. Έχει γκρίζα επιβλητικά μάτια και γερακίσια μύτη. Τα χέρια του φέρουν σημάδια από τα πειράματα που κάνει και έχει νευρώδη δάχτυλα. Ντύνεται άψογα με καφέ τουίντ κοστούμο, καφέ παντελόνι και ημίψηλο καπέλο. Σπίτι του φοράει συνήθως ρόμπα. 
Από ανακρίβεια υιοθετήθηκε το περίφημο κυνηγετικό καπέλο ως σύμβολο του Χολμς καθώς αυτό το φόρεσε ΜΟΝΟ μία φορά.



Ο 20ος Αιώνας: η ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ  (1890-1976)


Το ξεκίνημα και κύρια ο Μεσοπόλεμος βρίσκει το ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ πλέον να "απογειώνεται" δημιουργικά. Μετά την έκρηξη γένεσης από τον ΑΡΘΟΥΡ ΚΟΝΑΝ ΝΤΟΫΛ περνάμε στην θρυλική μορφή μιας Γυναίκας. Της Αγγλίδας ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ. Πλέον το Αστυνομικο μυθιστόρημα ξεπερνά το απλό διήγημα και την Νουβέλλα και γίνεται συγκροτημένο Μυθιστόρημα. Από τον νου της δομείται το "WHODUNIT" αστυνομικό μυθιστόρημα που το αποτελούν γύρω στα 80 μυθιστορήματα συν θεατρικά έργα.

Το έργο της περιγράφει σχεδόν πάντα μια κλειστή κοινωνική ομάδα, μια Οικογένεια, πάντα της μεγαλοαστικής τάξης. Σημείο αναφοράς τα κληρονομικά και νομικά προβλήματα. Οι χώροι της κλειστοί. Πολλά της διηγήματα κλειστοφοβικά. Μια έπαυλη, ένα χωριό, ένα ξενοδοχείο, ένα ποταμόπλοιο. Συνήθως άπαντες έχουν ενοχική συμπεριφορά και είναι εν δυνάμει ύποπτοι.

Η ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ "γεννά" δύο Αστυνομικές προσωπικότητες στο αθάνατο έργο της:
  • Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΠΟΥΑΡΟ: Ο Δαιμόνιος μικροκαμωμένος Βέλγος εκκεντρικός ντετέκτιβ. Μικρόσωμος με κεφάλι σαν αυγό. Μεγάλο κλασικό στρατιωτικό μουστάκι. Το κεφάλι του γέρνει ελαφρά σε μια πλευρά. Πάντα ντυμένος άψογα. Είναι υστερικός με τη σκόνη. Δεν του αρέσει η θάλασσα, λατρεύει τα γλυκά και προτιμά για ποτό τα λικέρ. Πάντα ευγενής και μετρημένος στις εντάσεις.
Ο DAVID SUCHET ως Ηρακλής Πουαρό

  • Η ΜΙΣΣ ΜΑΡΠΛ: Μια τυπική δαιμόνια Αγγλίδα γεροντοκόρη της επαρχίας. Γλυκύτατη, μετρημένη, παρατηρητική

ΤΟ HARD-BOILED ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Η Άλλη όχθη του Ατλαντικού στην περίδο του Μεσοπολέμου, στο ξεκίνημα του 20ου αιώνα, γεννά πραγματικά ένα κοινωνικό Ηφαίστειο. Οι μεγάλες ταξικές συγκρούσεις στις ΗΠΑ, το Εργατικό Κίνημα, η εποχή της μεγάλης Οικονομικής κρίσης και της Ποτοαπαγόρευσης οδηγούν στην εφιαλτική αύξηση της εγκληματικότητας και της βίας. 
Μέσα στις εκρηκτικές αυτές συνθήκες μπαίνουν οι βάσεις του Ρεαλιστικού Αστυνομικού Μυθιστορήματος. Είναι το λεγόμενο "σκληρό" HARD-BOILED. 
Δημιουργός του ο συγγραφέας και Κομμουνιστής ΝΤΑΣΣΙΕΛ ΧΑΜΕΤ (1894-1961). 

Κεντρικός ήρωάς του ένας ιδιωτικός Ντέτεκτιβ. Το κοινωνικό περίγραμμα του Χάμμετ είναι πραγματικά εφιαλτικό. Μια κοινωνία σάπια και διαβρωμένη παντού. Ξεπουλημένοι δικαστές, διαβρωμένοι και διαπλεκόμενοι Αστυνομικοί, μοιραίες γυναίκες femmes fatale, αλκοολικοί εγκληματίες. Μαζικό έγκλημα και βία. 
Κι όμως μέσα από αυτό το εφιαλτικό λεγόμενο ντεκόρ που γέννησε το θρυλικό κύμα του NOIR ή αλλιώς του THRILLER ενυπάρχουν και αναδεικνύονται οι χαρακτήρες που ξεχωρίζουν, που παλεύουν, που αγωνίζονται. Μην περιμένετε happy ends στα μυθιστορήματα αυτά. Το κόστος είναι μεγάλο και οι εμπειρίες τραυματικές.
Έτσι ο ΧΑΜΕΤ τραβάει στην άκρη το Βικτωριανό μοντέλο της σκηνογραφίας και το μυστήριο του Σέρλοκ Χολμς. Το Αστυνομικό μυθιστόρημα παίρνει τη σύγχρονη μορφή του. 
Πολλά και μεγάλα τα έργα του συγγραφέα:  "ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΘΕΡΙΣΜΟΣ", "ΤΟ ΓΕΡΑΚΙ ΤΗΣ ΜΑΛΤΑΣ", "Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΩΝ ΝΤΕΪΝ", "ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΚΛΕΙΔΙ". 
Πολλοί οι ήρωές του, ένας από αυτούς ο γνωστός Ντετέκτιβ Μάρλοου.

Κοντά του ένας ακόμα θρύλος. ο ΡΕΗΜΟΝΤ ΤΣΑΝΤΛΕΡ. (1888-1959)


Θιασώτης και αυτός της ίδια σχολής. Εκλεπτύνει το noir μυθιστόρημα με λογοτεχνικά στοιχεία.
Οι ήρωες και των δύο συγγραφέων κινούνται στα σκοτάδια των μεγαλουπόλεων. Χρησιμοποιούν πολλές φορές αμφιλεγόμενες μεθόδους για να διελευκάνουν τα εγκλήματά του στα όρια της νομιμότητας και της αστικής ηθικής. Η προσωπική τους δε ζωή κάθε άλλο παρά "ατσαλάκωτη" είναι.

Το έργο τους τέλος, δίνει τροφή, ως σενάριο, στα κινηματογραφικά έργα εκείνα που αποτέλεσαν τον θρύλο των film noir της χρυσής Αμερικάνικης εποχής μέχρι το 1960.

ΤΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ στη ΓΑΛΛΙΑ του ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ

Παράλληλα με τις εξελίξεις του είδους στις ΗΠΑ, στην Γαλλία έχουμε τη σχολή και το είδος του μεγάλου Γαλλόφωνου Βέλγου
ΖΟΡΖ ΣΙΜΕΝΟΝ  (1903-1989)


Εδώ ο Βέλγος συγγραφέας συνεχίζει την κλασική σχολή της Αγκάθα Κρίστι, όμως στο είδος του μπαίνουν κάποιες σοβαρές αλλαγές:
  • Ο Κεντρικός ήρωας, ο ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ ΜΕΓΚΡΑΙ είναι επαγγελματίας Αστυνομικός και συνάμα κρατικός λειτουργός. 
  • Έχουμε για πρώτη φορά το γεγονός των ΑΝΕΞΙΧΝΙΑΣΤΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ή τη λύση αυτών με τον παράγοντα της τύχης.
Συνεπώς ο ΖΟΡΖ ΣΙΜΕΝΟΝ εισάγει και αυτός το στοιχείο του ΡΕΑΛΙΣΜΟΥ στο Αστυνομικό μυθιστόρημα.  Το έργο του είναι τεράστιο με 425 Βιβλία εκ των οποίων τα 136 είναι ψυχολογικές νουβέλες.

Ο ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ ΖΥΛ ΜΕΓΚΡΑΙ είναι το πνευματικό δημιούργημα του ΖΟΡΖ ΣΙΜΕΝΟΝ. Παριζιάνος αστυνομικός, "γεννιέται" το 1929. Εμφανίζεται σε 83 νουβέλες. Κύρια στηρίζει τη δουλειά του στην Ψυχολογία και στην βαθύτατη προσέγγιση σε βαθμό φιλευσπλαχνίας των κινήτρων του δράστη.


Εδώ, αγαπητοί μου, θα κλείσω το 1ο μέρος της γενικής αυτής παρουσίασης του Αστυνομικού Μυθιστορήματος. Παρακολουθήσαμε τη γένεσή του και την εξέλιξή του από το τέλος του 19ου αιώνα, μέχρι και την εποχή του Μεσοπολέμου.

Στο 2ο μέρος θα πάρουμε τη σκυτάλη από τις εξελίξεις στο είδος από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Ευχαριστώ για την συντροφιά σας.































Χριστούγεννα στο Σπίτι....

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Εικόνα 1

Μπήκαμε πλέον παιδιά μου σε τελική ευθεία για τις γιορτινές μέρες. Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά πλέον ζυγώνουν και κουβαλάνε μαζί τους όλη εκείνη την όμορφη νοσταλγική οικογενειακή ζεστασιά των παιδικών μας χρόνων. Πολλοί λένε  "να κάνεις Χριστούγεννα στην Πόλη και Πάσχα στο χωριό..." Προφανώς κάτι θα ξέρουν από το γιορτινό στόλισμα όλων αυτών των ημερών.

Πολλοί λένε ότι όλο αυτό το φορτωμένο στολίδια και καλούδια κλίμα είναι ψεύτικο και καταναλωτικό. Θα διαφωνήσω. Το ότι πάντα σε κάθε τι όμορφο θα υπάρχει και μια διαδικασία που θα προσπαθήσει να το εκμετταλευτεί και να το χρησιμοποιήσει αυτό δεν αναιρεί μήτε το χρώμα του μήτε την ομορφιά του.

Έτσι λοιπόν σε όλο αυτό το στολισμένο γεμάτο φως και χρώμα των γιορτινών ημερών προσπαθούμε να ακουμπήσουμε την ζεστασία της ψυχής μας, τις μικρές ή μεγάλες δημιουργίες μας, το Οικογενειακό κλίμα του σπιτικού μας. Ειδικά αυτό το τελευταίο, να το διατηρήσουμε ως μοναδικό στολίδι ως λαός καθώς εκεί που η οικογένεια διαλύθηκε στο όνομα της "μοντερνοποίησης", τους πήρε και τους σήκωσε.

Στολίσαμε. Στολίσαμε με την καρδιά μας, το χαμόγελό μας, την παιδική μας "τρέλα". Και χαρά που μοιράζεται άδολα γίνεται χαρά διπλή, κατά πως λένε οι παλιότεροι, σας ανοίγουμε την καρδιά μας να σας φιλοξενήσουμε εδώ στο Χριστουγεννιάτικο σπιτικό μας.

Εικόνα 2

Φέτος, το ξύλινο τζάκι, (Εικόνες 1,2), είναι στο επίκεντρο της αγάπης. Έτσι είναι τα όνειρα. Και σαν δεν τα έχεις, κοιτάς να τα δημιουργήσεις. Με λίγη καλή φαντασία, διάθεση και μια αγκαλιά συναισθήματα. "Ντύθηκε" λοιπόν και "στολίστηκε" από τις Κυρίες του σπιτιού, καθώς αν δεν μπει Γυναικείο χέρι σε τέτοιες δημιουργίες θα μιλάμε για "νεκρό" γράμμα. Δική τους λοιπόν αποκλειστικά η διακόσμηση και οι μικρές γωνιές. Εγώ ; αρωγός, με τα ....εργαλεία μου, τα μαστορικά μου, αυτό που λέμε "τεχνική υποστήριξη".

Εικόνα 3

Αχά, εδώ στην Εικόνα 3 ετοίμασα ένα ξύλινο δέντρο από πεταμένες παλέττες, για να τοποθετηθούν επάνω του λαμπάκια. Τα βλέπετε στην επόμενη εικόνα 4.

Εικόνα 4



Στην Εικόνα 5, είναι ο φωτισμός του μπαλκονιού....! Η Εικόνα δεν είναι καλή για να αποδώσει τα χρώματα. Το ξύλινο δεντράκι μπήκε στο κέντρο και προσωπικά μου άρεσε. Δυστυχώς δεν φαίνονται καθαρά τα φωτισμένα σώματα, ένα αστεράκι πάνω ψηλά και το κλασικό καραβάκι δεξιά. Ας είναι.


Εικόνα 5



Εικόνα 6

Αχα. Εδώ, στην εικόνα 6, το σχέδιο ανήκει στην "μικρή" μας κόρη...! Η Εκτέλεση και η επινόηση με την μεγάλη Κυρία του σπιτιού. Εγώ βοήθησα στην ανάρτηση της φωτεινής κουρτίνας.

Εικόνα 7

Στην Εικόνα 7, μια λατρεμένη γωνιά. αλλά και η μεγάλη μας λατρεία. Ένα ...."φετίχ" να το πω. Το κλασικό επιτραπέζιο εκκρεμές (Grandfather's clock κατά την Βρεταννική ορολογία), είναι ένας μεγάλος πόθος που φέτος κατόρθωσε να γίνει πραγματικότητα. Το ωριαίο σήμαντρό του είναι όλα τα λεφτά παιδιά...! λατρεία...!

Εικόνα 8

Εικόνες 8-9-10, Έτοιμο και το δέντρο....! στέκει εκεί επιβλητικό και απλοΪκό συνάμα.

Εικόνα 9

Εικόνα 10

Τι θα λέγατε για μια Παρτίδα Cluedo ; Μα σε ...εραστές των Αστυνομικών μυθιστορημάτων θα έλειπε ανάλογο παιχνίδι ; γίνεται ; κοπιάστε να εξασκήσουμε το δαιμόνιό σας ως Detectives...

Εικόνα 11
Και η μικρή μας βόλτα συνεχίζεται. Όπως βλέπετε, έχει ...επιστρατευθεί κάθε τι μικρό στολίδι, που θα μπορούσε να δώσει τη δική του ζεστασιά στο χώρο (Εικόνα 12).

Εικόνα 12

Α, εδώ έχω τη χαρά να σας παρουσιάσω το πρώτο, ναι, το πρώτο ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ του Χειμώνα για φέτος...! το πήρα από την μία από τις δύο μεγάλες τριανταφυλλιές του κήπου του πατρικού και ίσως είναι από τα ομορφότερα τριαντάφυλλα που μας έχει δώσει  (Εικόνα 13).

Εικόνα 13

Χριστούγεννα χωρίς ...Carousel δεν λέει. Αυτό λοιπόν εδώ το μικρό, το είχαν αγοράσει τα κορίτσια μας πριν τρία χρόνια νομίζω. Είναι πανέμορφο και έχει και αυτό την τιμητική του στο χώρο (Εικόνα 14).
Εικόνα 14
Η Λατρεία μου με τον φωτισμό είναι δεδομένη...! στα δεξιά λοιπόν του μικρού Carousel σκέφτηκα αυτό που βλέπετε στην Εικόνα 15. Ένα μικρό σετ λαμπάκια μέσα στο βάζο. Δίνουν υπέροχη εικόνα νομίζω.

Εικόνα 15
Στις Εικόνες 16, 17 και 18, εξέχουσα θέση έχουν τρία πανέμορφα χειροποίητα δημιουργήματα, δώρα Χριστουγέννων, φορτωμένα με πολύ αγάπη και μεράκι. Μας κάνουν λοιπόν και αυτά μια γλυκιά παρέα και δίνουν τις ευχές τους από τα χέρια και την καρδιά που τα δημιούργησε. 

Εικόνα 16

Εικόνα 17

Εικόνα 18
Ανέκαθεν οι παλιές Λάμπες ήταν στις αδυναμίες μου. Ανεκτίμητα πράγματα από παλιά δένουν πολύ όμορφα με την γιορταστική διακόσμηση και την ατμόσφαιρά της.

Εικόνα 19

Εικόνα 20

Το παλιό σπιτάκι. Το είχε κατασκευάσει γύρω στα 1965 ο πατέρας μου για να φιλοξενεί τότε ένα επιτραπέζιο ρολόι. Δυστυχώς το ρολόι, πανέμορφο, χάθηκε, δεν ξέρω μάλιστα και πως. Απέμεινε όμως το σπιτάκι, το οποίο βάφτηκε και αυτές τις μέρες στολίστηκε ανάλογα.

Εικόνα 21

Όλα έτοιμα λοιπόν για τις γιορτινές μέρες. Τούτες τις μέρες γινόμαστε παιδιά...! πρέπει να γίνουμε παιδιά. Γεμίζουμε με μικρές όμορφες γωνιές το σπιτικό μας. 




Σας εύχομαι ολόψυχα

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Από καρδιάς. Με Υγεία, γεμάτοι όνειρα και όμορφες στιγμές.
Θυμηθείτε Κανείς μόνος αυτές τις μέρες.



Ιστορίες Noir: "Μιας νύχτας παλιόκαιρος...."

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017


Η Ενότητα, "Ιστορίες Noir", αναφέρεται σε κάποια δικά μου μικρά διηγήματα. Διάφορες ιστορίες, με κάποια κοινά χαρακτηριστικά από αυτά που δίνουν τον χαρακτήρα του "Noir".

@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@

 




"Μιας Νύχτας Παλιόκαιρος"

Ήθελε τόσο να περπατήσει εκείνη τη νύχτα. Έτσι έναν περίπατο χωρίς προορισμό. Στο χάσιμο της βροχής, στη μυρωδιά που αφήνουν τα χνάρια της σαν πέφτουν στη Γη. Είχε καιρό να το κάνει. Το είχε ανάγκη, το αποζητούσε σαν ένα παράθυρο στις μαζεμένες σκέψεις που εισέβαλαν απρόσκλητες στο μυαλό του. Ενός κατασταλαγμένου μυαλού στα ώριμά του χρόνια. Τα βήματά του έφτασαν στην άκρη της μεγάλης προβλήτας. Αντικριστά του απλώνονταν η θάλασσα. Ήρεμη, σκούρα, όπου πέρα στο βάθος του ορίζοντα το μαύρο της χρώμα έσμιγε με εκείνο του ουρανού.



Έστριψε να περπατήσει κατά μήκος του δρόμου της παραλίας. Τότε τον είδε. Στεκόταν κάμποσα μέτρα απέναντί του στο απέναντι στενό. Δεν τον έκανες παραπάνω από τριάντα. Στο σκοτάδι δεν μπορούσε να διακρίνει πολλά από αυτόν παρά μονάχα τα γενικά του χαρακτηριστικά και το ότι τον κοίταζε λες και το βλέμμα του είχε προσκολληθεί στα βήματά του.



Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να περπατά κατά μήκος της παραλίας. Το σκοτάδι της νύχτας, το βαθύ μαύρο της θάλασσας, τα φώτα στους φανούς του δρόμου έστηναν ένα διαρκές παιχνίδισμα με τις σκιές.

Το βλέμμα του απλώθηκε πέρα ευθεία σαν να προσπαθούσε να αδράξει το τέρμα του παραλιακού πεζόδρομου. Όμως εκείνος φαινόταν σαν να μην είχε τέλος και σχημάτιζε μια απόλυτη προοπτική στη γεωμετρία των ματιών του. Τις μακριές ευθείες διέκοπταν που και που σε τακτά διαστήματα τα αναμμένα φανάρια στα αριστερά του.



Ένιωσε την απόλυτη μοναξιά της νύχτας να τον τυλίγει σαν μια μεγάλη βαριά μπέρτα. Κάτι όμως του έλεγε ότι σε αυτήν του τη βόλτα δεν ήταν μόνος. Κοντοστάθηκε και γύρισε το βλέμμα του πίσω. Ο Ίδιος νεαρός άντρας του στενού ήταν γύρω στα πενήντα μέτρα πίσω του. Έμοιασαν και οι δύο σαν ακίνητοι στύλοι καταμεσής του δρόμου, ακίνητοι, ανέκφραστοι, σιωπηροί. Τα βλέμματά τους μετρήθηκαν ίσια στα μάτια. Προσπάθησε να διακρίνει το πρόσωπό του αλλά η απόσταση και το σκοτάδι δεν βοηθούσαν. Κείνο που ξεχώριζε από εκείνον ήταν η λυγερή κορμοστασιά του, το μεγάλο σκούρο παλτό του που έφτανε κάτω ως το γόνατο και ο σηκωμένος μεγάλος γιακάς, που τύλιγε τον αυχένα του.



Τράβηξε από τη μέσα τσέπη του σακακιού του το πακέτο με τα τσιγάρα του, έβαλε ένα στο στόμα του, αργά, νωχελικά, έψαξε το αναπτήρα του, τον βρήκε και άναψε με τρόπο λες τελετουργικό. Ο Καπνός της πρώτης ρουφηξιάς σχημάτισε ένα ακανόνιστο σχήμα στον αέρα. Είδε τον άλλον να ξεκινά να περπατά προς το μέρος του. Γύρισε και εκείνος αλλά αυτή τη φορά με βήματα πιο αργά, έτσι που περίμενε κάποια στιγμή να νιώσει την παρουσία του άλλου δίπλα του, να τον προφτάσει, να σταθεί στο πλάι του.



Το βαρύ μαύρο του ουρανού αυλακώθηκε από μια φιδωτή λάμψη, που αργότερα επαναλήφθηκε έτσι λαμπερή αλλά βουβή. Κάπου πέρα μακριά μια καταιγίδα σήμαινε τη δική της παρουσία.

Ο Δρόμος στην προβλήτα έστριψε δεξιά μπαίνοντας σε ένα ήσυχο γραφικό λιμανάκι, με τα μικρά σκάφη να λικνίζονται στα παιχνιδίσματα ενός ανήσυχου παφλασμού στη θάλασσα.

Μια ακόμα λάμψη πέρα στον ορίζοντα ζοφερή αλλά αυτή τη φορά δεν έμεινε βουβή. Ένας απόκοσμος μακρινός βρόντος την συνόδεψε. Η Καταιγίδα σίμωνε πιο κοντά.



Σε λίγο άκουγε τον ήχο που έκαναν τα βήματα του απρόσμενου ακόλουθού του πίσω του, αχνά, πιο σαφή, έντονα, στο τέλος να συντονίζονται με τα δικά του. Ύστερα από λίγο βάδιζε δίπλα του, ανέκφραστος, σιωπηρός.



Έκανε μια κίνηση και μάζεψε το σακάκι του σαν νάνιωθε γυμνός. Βάδιζαν και οι δύο στην ίδια ευθεία πλάι-πλάι, στο ίδιο βήμα, χωρίς να γυρίζει ο ένας στο πρόσωπο του άλλου. Από μακριά σου έδιναν την εντύπωση να μοιάζουν με μολυβένια στρατιωτάκια που κινούνται παράλληλα στην ίδια ρότα.



-”Σε περίμενα”, του είπε χωρίς να γυρίσει καν να τον δει.

-”Είσαι βέβαιος ;” έκανε ο νεαρός παγερά, ανέκφραστα.

-”Ναι, αργά ή γρήγορα σε περίμενα”.

-”Πως ήξερες πως θάρθω ;”

-”Το ‘ξερα, δεν γινόταν αλλιώς, κάποια στιγμή θα γινόταν”.

-”Σε ταράζει η παρουσία μου ; ο ερχομός μου ;”

-”Πάντα η σκέψη σου με τάραζε, τέτοιες παρουσίες έχουν το δικό τους ειδικό βάρος”.

-”Συναισθήματα ;”

Το πρόσωπό του έσπασε σε ένα παράξενο χαμόγελο

-“Πολλά...!”

-”Φοβάσαι ;” ρώτησε ο νεαρός.

Ο Άλλος κοντοστάθηκε για πρώτη φορά. Σαν τα βήματά τους να πάγωσαν ξαφνικά. Τότε γύρισε και τον κοίταξε για πρώτη φορά μέσα στα μάτια. Ένα ζευγάρι καστανά όμορφα μάτια λαμπύρισαν στα φώτα της νύχτας σε ένα καλοσχηματισμένο πρόσωπο με τις σκιές να κάνουν τα δικά τους παιχνίδια στο φωτισμό του.

-”Αυτά τα μάτια....” είπε και συνέχισε μετά από έναν έντονο αναστεναγμό. Έμεναν και οι δύο ακίνητοι καρφωμένοι λες στο τσιμέντο της προβλήτας.

-”Δεν είναι φόβος, είναι κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό”.

Άρχισαν πάλι να βηματίζουν αργά με βήμα βαρύ.

-”Τι είναι ; ενοχή ; τύψεις ; “.

Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά απ το τσιγάρο του. Χωρίς να γυρίσει να τον δει απάντησε.

-”Ήρθες να δικάσεις ;”

-”Ήρθα να πάρω απαντήσεις, αν φυσικά έχεις...” έκανε ο άλλος δίνοντας ένα σκληρό σαρκασμό στις τελευταίες του λέξεις.

-”Για όλα υπάρχουν απαντήσεις”.

-”Και δικαιολογίες μαζί”

-”Εξαρτάται από το τι είναι προετοιμασμένος να ακούσει κανείς”.

-”Βλέπω η ευφράδεια του λόγου σου συνεχίζει να σε βοηθάει να ξεγλιστράς”, του πέταξε ο νεαρός στον ίδιο τόνο.

-”Δεν έχει νόημα μετά από τόσα χρόνια αυτό που υπαινίσσεσαι”.

-”Αναρωτιέμαι αν πόνεσες ποτέ σου” απηύθυνε το ερώτημά του σκληρό.

Εκείνος, σαν να σφίχτηκε αντανακλαστικά μέσα του απάντησε

-”Εσύ τι λες...”

-”Σημασία έχει τι θα μου πεις εσύ”

-”Θέλεις ντρίτες κουβέντες ;”

-”Δεν νομίζεις ότι ήρθε η ώρα για αυτές ;”

Κοντοστάθηκε. Γύρισε απότομα, νευρικά και τον κοίταξε απαντώντας, ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του.

-”Τι νομίζεις λοιπόν ; ότι δεν το κουβαλάω όλα αυτά τα χρόνια μέσα μου ; ότι δεν είναι για μένα μια κηλίδα, μια χαρακιά που εξωτερικά έκλεισε αλλά μέσα προκαλεί τον ίδιο πόνο ; ένα μεγάλο κεφάλαιο της ζωής μου”

Ο νεαρός ατάραχος πήρε τη σκυτάλη

-”Το θέμα είναι το αποτέλεσμα. Εγώ πιστεύω ότι έκανες τη δουλειά σου, έτσι απλά. Μονάχα την πάρτη σου και τον εαυτούλη σου. Μέχρι εκεί βάσταγαν τα κότσια σου. Και μόλις ζόρισε το πράγμα λάκισες με τον πιο βρώμικο τρόπο”, του πέταξε κατάμουτρα.

Αρπάχτηκε....! σαν να δέχτηκε κατάμουτρα έναν παγωμένο κουβά νερό μέσα στο χειμώνα.

-”Σταμάτα....! πάψε...!”

-”Είμαι όλος περίεργος να ακούσω τι θα μου πεις”

Ξεκίνησαν και πάλι τον βηματισμό τους στο ίδιο ακριβώς ντεκόρ.

-”Μεγάλες κουβέντες, λουσμένες σε όμορφα και βαριά λόγια”, ξεκίνησε το λόγο του στο νεαρό, “Κουβέντες μεγαλόσχημες, από δικά σου γονικά πρόσωπα, από τον δημιουργό σου ίσως. Προσταγές για σεβασμό, καθήκοντα σκληρά που φορτώνουν τα νεανικά σου χρόνια με βάρος ασήκωτο. Εξιδανίκευση καταστάσεων και προσώπων. Οικογένεια, Μητέρα, Πατέρας. Πρόσωπα που ντύνονται με χρέη και οφειλές παρά με ελεύθερα συναισθήματα. Και αντί για αξίες ζωής γίνονται καταδίκη”

-”Και η δική σου κρίση ;”

-”Η Δική σου κρίση μα την αλήθεια....”, γέλασε καγχάζοντας, “η δική σου κρίση έχει διαμορφωθεί με σημαίες καρφωμένες στο κορμί σου και στο λογισμό σου. Και χίλια δυό πρέπει να στέκουν πάνω απ το κεφάλι σου σαν αριθμημένη ημερήσια διαταγή. Πρέπει να κάνεις αυτό, χρωστάς στην Μητέρα σου το τάδε, στον Πατέρα σου εκείνο, και πρέπει εσύ να ανταποδώσεις αυτό που πήρες. Δεν έχεις δικαίωμα να διαψεύσεις τέτοια προσφορά ζωής, πρέπει.... πρέπει... πρέπει... αμέτρητα πρέπει. Και εσύ ; πουθενά εσύ...! οι άλλοι...! ή μάλλον κάποια πρόσωπα για τα οποία θα διαμορφώσεις τη ζωή σου έτσι ώστε να τα υπηρετείς με κάθε κόστος”

-”Που είσαι εσύ σε όλα αυτά ; η δική σου θέση”

-”Πόσο όμορφα ακούγονται. Δες τριγύρω παρόμοιες συμπεριφορές και στάσεις, ωωωω η Μητέρα σου είναι ύψιστο πρόσωπο που της χρωστάς ευγνωμοσύνη και οφείλεις να την υπηρετείς μέχρι να κλείσει τα μάτια της. Ο Πατέρας σου επίσης. Βλέπεις πόσο ηθικά κατοχυρωμένα είναι όλα αυτά ; και εκείνοι που σου υπέγραψαν, χωρίς να σε ρωτήσουν, αυτήν την αποστολή δεν βάζουν καθόλου στην υπόθεση αυτή εργασίας το ότι η ζωή αλληλεπιδρά κάθε στιγμή και συνεχώς με πρόσωπα και καταστάσεις που αλλάζουν...”

-”Δηλαδή ;”

-”Δηλαδή τα πρόσωπα που είναι οι αποδέκτες της ευγνωμοσύνης γιατί ντε και καλά πρέπει να την αξίζουν ;”

-”Στάθηκες βολικά σε όλο αυτό δεν νομίζεις ;”

-”Ίσως να ακούγεται και έτσι. Όμως ο πνευματικός ευνουχισμός του ανθρώπου είναι έγκλημα. Η πλύση εγκεφάλου το ίδιο. Η Δύναμη αυτής της πίεσης τρομακτική. Δεν το λέω για φτηνή δικαιολογία. Περισσότερο το λέω σαν επιχείρημα για τρίτους στο μέλλον παρά για μένα.”

-”Πως το ξεκαθάρισες αυτό μέσα σου ;”

-”Στη ζωή μας θα εμφανιστούν πρόσωπα που θα παίξουν καταλυτικό ρόλο σ’ αυτήν. Πρόσωπα, μεγάλα, σημαντικά. Που όμως έχουν μια εντελώς διαφορετική λειτουργία κοντά μας. Για παράδειγμα άλλο πράγμα είναι ένα σύντροφός σου και άλλο πράγμα ο γονέας σου. Άλλο θα πάρεις από τον έναν άλλο από τον άλλον.”

-”Σωστά....! εσύ το ξεκαθάρισες μέσα σου αυτό ; τα έβαλες στη θέση που τους πρέπει ; ή περίμενες υποχρεωτικά να συμφωνήσουν για να προχωρήσεις μπροστά ; Με λίγα λόγια δεν αποδέχτηκες ποτέ ότι οφείλεις να έχεις το θάρρος να βάλεις τα πράγματα και τους ρόλους τους στη θέση τους”

-”Μα οι άλλοι μου το έκαναν αυτό”

-”Να το δεχτώ, εσύ φρόντισες όμως να τους το δείξεις ; όταν μία μεριά πήγε να διεκδικήσει μονόπαντα τα πάντα, εσύ στάθηκες εκεί που πρέπει ; και αν δεν υπήρχε περίπτωση ισορροπίας, εσύ φρόντισες κριτικά να σταθείς στο μέρος του δικαίου ; Γιατί αν θες τη γνώμη μου απλά παλινδρομούσες πέρα-δώθε αποφεύγοντας το κόστος της ρήξης.”



Η καταιγίδα ζύγωνε όλο και πιο κοντά τους καθώς οι λάμψεις στον ουρανό αλλά και η απόκριση της βροντής γίνονταν όλο και πιο συχνές. Ο νεαρός τον κοίταξε και τον ρώτησε ξανά.



-”Εκείνη την σκέφτηκες καθόλου ; μέσα σε όλη αυτήν την αντάρα, τη σύγκρουση. τι θέση είχε εκείνη ; πήρε ένα κομμάτι από αυτό που άξιζε ; από αυτό που σού ‘δωσε ; τις της είπες διάολε ; τι επιχείρημα σκαρφίστηκες για να την μεταχειριστείς έτσι ; με τι την εκβίασες ; ποια δολερά ψέμματα μεταχειρίστηκες ; εκτός αν πίστευες τότε ότι ευθύνεται και αυτή ”

Κοντοστάθηκαν αντικριστά ο ένας στον άλλον. Όπως αναμετρώνται λίγο πριν την τελική αμάχη δυό παλαιστές, δυό μονομάχοι. Άρπαξε τον νεαρό απ τους ώμους δυνατά.

-”Σταμάτα να μιλάς έτσι ακούς ; δεν νομίζεις ότι το παρατραβάς ;”



Ο Νεαρός, τον έσπρωξε πέρα δυνατά συνεχίζοντας οργισμένα.

-”Δειλέ....! ένας δειλός υπήρξες πάντα....! ποτέ σου δεν πήρες την απόφαση να αναμετρηθείς με τους φόβους σου. Κιότευες μπροστά τους. Το ...καλό παιδί...! χα....! ας γελάσω πανάθεμά σε. Το έπαιζες καλός με όλους αδιαφορώντας αν σε αυτές τις ίσες αποστάσεις σκορπούσες θλίψη, απογοήτευση, αδυναμία. Βολεύτηκες στο οικοδόμημα που σου έπλασαν και σαν ήρθε η στιγμή να κρίνεις την αλήθεια. Την αλήθεια της ζωής και όχι του κόσμου που σού έπλασαν τι έκανες ; πες μου τι έκανες ; τα ρήμαξες όλα...!”

-”Μην παριστάνεις τον Εισαγγελέα...! Τα μετά δεν τα λογαριάζεις ; η ζωή δεν είναι μια εικόνα μονάχα, δεν είναι μόνο ένα καρέ μιας ταινίας. Η ζωή κρίνεται συνολικά σε μια πορεία μαζεμένη. Με ρώτησες αν εκείνη την σκέφτηκα. Μα δεν έκανα και τίποτα άλλο από εκείνη τη στιγμή...”

-”Χα...! από εκείνη τη στιγμή λες, το προσέχεις ; με λίγα λόγια μετά από όσα έγιναν.”

-“Δεν έβλεπα τη σχέση μας στο ότι κάτι της χρωστούσα, όχι σαν χρέος ή σαν εξευμενισμό. Αλλά γιατί το ήθελα, το ένιωθα. Την αγαπούσα. Και ξέρεις πολύ καλά ότι πάλεψα”.

-”Μόνο που εγώ είμαι απόψε εδώ για εκείνη τη στιγμή και για κακή σου τύχη για εκείνη σου την απόφαση. Εγώ, αγαπητέ είμαι η δημιουργία εκείνης της στιγμής, εκείνης της απόφασης. Της δικής σου απόφασης...!”

-”Και λοιπόν ;” ούρλιαξε εκείνος, πες επιτέλους τι θέλεις ; τι ζητάς ;

-”Κάθε απόφαση στη ζωή μας, κάθε μας στιγμή παράγει μια επόμενη, χτίζει καταστάσεις, δημιουργεί ευθύνες, σκάβει κόσμους και συναισθήματα, δεν το έμαθες αυτό παρά τα χρόνια σου ;”

-”Με δικάζεις λοιπόν ;”

-”Εγώ ; τι να δικάσω εγώ ; σκέψου....! τι είμαι εγώ ; τι θα μπορούσα να είμαι εγώ ; μήπως είμαι το αποτέλεσμα μιας απόφασης ; μιας καταδίκης ; υπάρχω άραγε ; που ; σε ποια σκέψη ; σε ποιον κόσμο ; νοερό ; φανταστικό ; πραγματικό ; ονειρικό ; πως πέρασα εγώ απ τη ζωή σου ; σαν τι ; σαν ευλογία ; σαν κατάρα ; σαν ατύχημα ; μίλα...! δεν μπορεί διάβολε, κάπου με επικαλέστηκες, για κάποιο λόγο με αναζήτησες, είμαι γέννημα επιλογής, δεν ήρθα από το πουθενά.”.

Οι δυό άντρες έγιναν ένα. Ένα παράξενο σφτιχταγκάλιασμα μέσα στη νύχτα. Ένα δέσιμο που δεν ήξερες τι χαρακτήρα είχε ; δυό φιγούρες που εκεί στην άκρη της ατέρμονης εκείνης προβλήτας άρχισαν να βρέχονται με τις ριπές απ τον παφλασμό της θάλασσας που θέριευε λες και ακολουθούσε τα δικά τους αισθήματα.

Σιγά-σιγά, όπως ήρθε η αντάρα στην κουβέντα τους έτσι και έφυγε. Χώρισαν από το σφιχτό τους σμίξιμο και συνέχιζαν να περπατούν δίπλα ο ένας στον άλλο. Ο Λόγος του ώριμου άντρα ακούστηκε ξανά.

-”Δεν αναγνωρίζεις λοιπόν το βάρος της ευθύνης ; δεν μπορείς να δεις αν μπορούσα να την σηκώσω ;”

-”Γυρεύεις ελαφρυντικά ; να στα δώσω αν τα χρειάζεσαι, αλλά που ωφελούν ; το βάρος αυτό που εγώ να δεχτώ δεν μπόρεσες να διαχειριστείς, σε μια απόφαση εγκεφαλική, προειλημμένη δεν έπρεπε να το σκεφτείς ; δεν έπρεπε να ζυγίσεις τις δυνάμεις σου ; να πεις μπορώ ; αντέχω ; και εκεί να το δεχτώ να έλεγες όχι απ την αρχή”

-”Σαν έφυγες πήρα μια απόφαση”.

-”Δεν ξέρω καν αν ήρθα” τον πρόλαβε ο νεαρός.

-”Έκανα την επιλογή μου. Μια και μοναδική. Κοντά της. Εκεί που της αξίζει”.

-”Άργησες”.

-”Κάνεις λάθος....! άργησα ναι αλλά όχι τόσο ώστε όλα να σβηστούν, να χαθούν. Χλώμιασαν ναι, απέκτησαν υποθήκη μια κηλίδα θλίψης, ένα τραύμα που πονά, που δεν σβήνει εντελώς. Όμως το μετά στήθηκε όλο πάνω στα θεμέλια μιας καινούργιας ζωής. Δεν κλείνουν όλα που να σε πάρει σε σένα”

-”Μπήκες στον κόσμο της να διαβάσεις ; άνοιξες τα κελάρια της ζωής της που κρατά σφαλισμένα με εκείνη σου την απόφαση ; είχες το κουράγιο και τη δύναμη να το κάνεις ; αλλά σε είχαν ντύσει στο ψέμμα τους, στην παραπλάνησή τους, διάβασες την απόγνωση στα μάτια της ; ”.

-”Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν τόκανα.”

-”Οι μεγάλες αποφάσεις κρίνονται στις μεγάλες ώρες, στην ώρα της φωτιάς. Είχες την ωριμότητα να δεις την αλήθεια πίσω ένα σάπιο οικοδόμημα πάνω στο οποίο έκανες τα βήματά σου ;”

-”Όχι, μα την αλήθεια όχι....! ποτέ δεν πίστεψα ότι αυτό που μου όρισαν να υπηρετήσω με τόσο προσήλωση ήταν βαθιά άρρωστο και τελικά μάταιο. Πόση παραφροσύνη σε μια συμπεριφορά”.

Σταμάτησαν. Οι δυνατές βροντές διέκοψαν τον παράξενο εκείνο διάλογό τους. Ένας αλλόκοτος αέρας, ο αέρας πριν την καταιγίδα έδερνε επίμονα τα πρόσωπά τους. Ο νεαρός με ένα απλανές ύφος ακούστηκε.

-”Την έβλεπα προχθές να κοιτά εκείνη την όμορφη φωτογραφία της με την αφιέρωσή της σε σένα. Πολλοί της φέρθηκαν σκληρά. Δεν ήθελε να είσαι ανάμεσά τους...”

“-Πάψε, σταμάτα πανάθεμά σε, η ζωή κύλησε έφυγε, προχώρησε. Δεν σταμάτησε εκεί. Ζήσαμε τόσα όμορφα πράγματα μετά, τόσες στιγμές, τόση αγάπη. Ναι, να δεχτώ όσα λες. Όμως έκανες τον κόπο να μετρήσεις όλο αυτό το μετά ; να καταγράψεις τα γενόμενα ; όχι δεν το έκανες. Το προσπερνάς. Στέκεσαι μονάχα σε μια στιγμή και μετά σβήνεις τα πάντα”

-”Τότε να φύγω, δεν έχω καμιά δουλειά πια εδώ”, έκανε ο νεαρός με απόμακρη φωνή.

-”Ναι....!” έκανε εκείνος με μια φωνή ανακατεμένη με κάτι σαν λυγμούς. “Να φύγεις πανάθεμά σε....! να μην ξανάρθεις ακούς ; να μείνεις πέρα μακριά εκεί που ανήκεις, στο άγνωστο, να φύγεις....!”.

Τον άρπαξε από το πέτο σχεδόν κλαίγοντας, ταρακουνώντας τον πέρα-δώθε σαν καρυδότσουφλο.

-”Πάψε πια να γυροφέρνεις πίσω μου σαν σκιά μου. Πάψε να κρέμεσαι πάνω μου. Να τριγυρνάς σαν Ερινύα ολόγυρά μου. Τι θέλετε όλοι από μένα ; τι ζητάτε ; από τα χρόνια τα πρώτα μου κρεμαστήκατε πάνω μου ασήκωτες πέτρες. Πόσες να κουβαλήσω ; Να φύγεις....! να χαθείς...! Τώρα πια δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ μ’ ακούς ; καμιά δουλειά”.

Η Φωνή του έγινε ουρλιαχτό σαν να αλυχτούσε μέσα στη νύχτα. Τα κορμιά τους πήγαιναν πέρα-δώθε σαν δυό μεγάλα δέντρα που αντιμάχονταν στην αντάρα του αγέρα.

-”Πάψε να με κοιτάς μ’ αυτό σου το βλέμμα, χρόνια ολάκερα. Ξέρω ότι ματώνεις...! ξέρω ότι πονάς και εσύ, ξέρω ότι δεν έφταιξες εσύ, ειδικά εσύ....! Πάψε....”

Μια φωνή που ενώθηκε με την μπόρα που ξέσπασε λυσσασμένη σαν νάθελε να σμίξει με την αντάρα τους. Μια φωνή που χάθηκε μέσα στον πάταγο της καταιγίδας που απλώθηκε παντού σβήνοντας τις φιγούρες απ την προβλήτα που ολάκερη απ’ άκρη σ’ άκρη έγινε μια θολή γκρίζα ζωγραφιά λες αφηρημένης τέχνης.

.....................................................................................................

.....................................................................................................



Η Μεγάλη μπόρα είχε περάσει. Ο Παφλασμός της θάλασσας στο μικρό λιμανάκι είχε κοπάσει. Ο Αέρας είχε γαληνέψει. Ένα ψιλό εκνευριστικό ψιλόβροχο μούσκευε τώρα την προβλήτα. Από μακριά τα φώτα στις κολόνες έγιναν ένα θαμπό σύμπλεγμα με τους φανούς των αυτοκινήτων που αναβόσβηναν στις οροφές τους. Άξαφνα το ερημικό εκείνο κομμάτι είχε πάρει ζωή μέσα στη νύχτα.



Το μαύρο υπηρεσιακό Audi σταμάτησε εκεί κοντά στην άκρη. Ο Αστυνόμος Δεναξάς κατέβηκε μουρμουρίζοντας διάφορα για το εκνευριστικό ψιλόβροχο και το προχωρημένο της νύχτα. Βημάτιζε γρήγορα με άγχος προς το μέρος όπου ένα νοσοκομειακό αυτοκίνητο, δύο περιπολικά της Αστυνομίας και δύο μοτοσυκλέτες ήταν παρκαρισμένα εκεί ακανόνιστα. Οι αναμμένοι φανοί έδιναν στην ατμόσφαιρα μια νότα διαστημικού κέντρου.

Ο Δεναξάς πλησίασε τους συγκεντρωμένους. Έφτασε κοντά τη στιγμή που οι δύο διασώστες φόρτωναν ένα φορείο με κάποιο σώμα τυλιγμένο σε νάυλον θήκη.

-”Αστυνόμε, καλησπέρα...!”

Ο Δεναξάς μόρφασε δυσαρεστημένα

-”Που την είδες Καραλή ; τι έχουμε εδώ ; τι συμβαίνει ;”

-”Τα παιδιά, το ζευγάρι από εδώ, τραβήχτηκαν εκεί κάτω στη γωνία στο σκεπαστό την ώρα της καταιγίδας, άκουσαν θόρυβο, είδαν κάποιον να πέφτει στη θάλασσα και μέχρι να έρθουν με όλο αυτό το χαλασμό, τον βρήκαν να επιπλέει...”.

Ο Αστυνόμος πλησίασε με γρήγορα βήματα στο νοσοκομειακό. Σταμάτησε λίγο τους διασώστες. Τράβηξε το φερμουάρ προς τα κάτω. Το παγωμένο, ακίνητο πρόσωπο ενός ώριμου άντρα πρόβαλε στο ημίφως”

-”Αυτός εδώ είναι ;”

-”Ναι, Αστυνόμε”.

-”Έχουμε στοιχεία ; βρήκες τίποτα ; ποιος είναι ;”

-”Στο σακάκι του βρέθηκε το πορτοφόλι του. Μέσα είναι και η ταυτότητά του”.

Ο Δεναξάς κούμπωσε το φερμουάρ ως τα πάνω μέχρι που το πρόσωπο του θύματος κλείστηκε πάλι στον δικό του κόσμο έχοντας γίνει πλέον ένα άψυχο φορτίο.

-”Είναι όλα εντάξει ; να φύγουν τα παιδιά Καραλή ; τελειώσατε ;”

-”Ναι, ναι όλα εντάξει”.

Ο Δεναξάς γύρισε στους διασώστες. “Εντάξει παιδιά, μπορείτε να φύγετε. Καλό ξημέρωμα”.

Γύρισε προς τον υφιστάμενό του τον Υπαστυνόμο Καραλή.

“Έχεις τα παιδιά που τον βρήκαν εδώ ;”

-”Ναι είναι εκεί, τους είπα να περιμένουν λίγο μέχρι να ‘ρθείτε”.

Τράβηξε τον Υπαστυνόμο προς το μέρος τους. Ήταν δύο νεαρά παιδιά κάπου γύρω στα 23-25. Βρεγμένα αρκετά και ταλαιπωρημένα. Ο Δεναξάς τους μίλησε ευγενικά

-”Καλησπέρα παιδιά, που τον βρήκατε πως έγινε ;”

Ο Νεαρός ξεκίνησε να εξηγεί με μικρές παρεμβάσεις της φίλης του.

-”Κάναμε μια μικρή βόλτα εδώ στο λιμανάκι. Η Καταιγίδα μας έπιασε απότομα. Τρέξαμε κάτω από το Υπόστεγο εκεί μπας και κοπάσει να φύγουμε για το αυτοκίνητο. Την ώρα της καταιγίδας κάπου εδώ είδαμε μια σκιά, μια ανθρώπινη φιγούρα...”

-”Ήταν μόνος ;”

-”Ναι, ναι”

-”Είστε σίγουροι ; θέλω να πω, η καταιγίδα, η ορατότητα δεν είναι καλή, μήπως εκεί κοντά του ή πιο πριν κάποιος ;”

-”Όχι κ. Αστυνόμε”, παρενέβη η κοπελιά. “Τον είχαμε δει και νωρίτερα. Η προβλήτα είναι στην ευθεία μεγάλη. Πριν την καταιγίδα τον είδαμε να περπατά μόνος. Μετά κάποια στιγμή μέσα στην όλη αντάρα τον χάσαμε, προς στιγμή τον είδαμε να πέφτει στο νερό. Τρέξαμε ως εδώ. Η καταιγίδα λυσσομανούσε. Είχε χαθεί το σώμα του ανάμεσα στις βάρκες στο λιμανάκι. Δεν βλέπαμε τίποτα. Ο Νίκος πήδηξε στη βάρκα από εκεί που ήταν πιο εύκολα αλλά και πάλι τίποτα. Μετά από λίγα λεπτά φάνηκε να επιπλέει πέρα εκεί...” τελείωσε η κοπέλα με έναν κόμπο και έντονα τα σημάδια του σοκ στη διάθεσή της.

Ο Δεναξάς, την σκέπασε διακριτικά με το μουσκεμένο μπουφάν της.

-”Εντάξει παιδιά, μπορείτε να φύγετε, ευχαριστούμε. Είστε χάλια. Μόνο, αν θέλετε σας παρακαλώ αύριο να έρθετε να υπογράψετε μια κατάθεση, σας είπαν τα παιδιά εδώ έτσι ;”

-”Ναι έχουμε συνεννοηθεί με τα παιδιά” μπήκε στην κουβέντα ο Καραλής , “έχουμε κρατήσει και στοιχεία”.

-”Καληνύχτα παιδιά και προσπαθείστε να ηρεμήσετε” τα καληνύχτισε ο Αστυνόμος γυρνώντας στον υφιστάμενό του.

-”Ο Θεοδώρου ήρθε ;”

-”Ναι, πριν από σας, εκεί είναι νάτος, φεύγει” του έδειξε προς τα αριστερά ένα ανθρακί Πεζό στο οποίο κάποιος είχε ήδη ανάψει τη μηχανή. Ο Δεναξάς στράφηκε στο μέρος του φωνάζοντας

-”Γιατρέ....! γιατρέ....!”

Ο Άλλος έμεινε μέσα στο αυτοκίνητο να περιμένει.

-”Γειά σου Αστυνόμε”.

-”Καλησπέρα, τι έχουμε ; τι είδες ;”

-”Περίπου πενηντάρης, άντρας καθώς είδες, πνιγμός κατά 90% με την πτώση στο νερό”.

-”Είδες τίποτα περίεργο ;”

-”Αν εννοείς χτυπήματα Δεναξά, στα εμφανή του σημεία, πρόσωπο, χέρια, όχι είναι πεντακάθαρος, τα υπόλοιπα θα στα πω μετά, αύριο”

-”Τι έχεις κατά νου Γιατρέ ;”

-”Βιάζεσαι Αστυνόμε...! βιάζεσαι...! ο άνθρωπος πνίγηκε. Τραύμα από χτύπημα ή κάτι άλλο δεν έχει. Τώρα αν τον έσπρωξε κανείς να πέσει μέσα τι να σου πω, αυτό είναι δική σου δουλειά, τα υπόλοιπα αύριο, θα έχεις επίσημη αναφορά”

-”Εντάξει Γιατρέ, ευχαριστώ, θα μιλήσουμε, καλή σου νύχτα”

-”Καληνύχτα παιδιά” είπε ο Γιατρός και έφυγε.

Στην προβλήτα άρχισε να πέφτει και πάλι ησυχία. Το ασθενοφόρο έφυγε, οι μοτοσυκλετιστές της αστυνομίας επίσης. Έμεναν τα δύο περιπολικά. Ο Δεναξάς έπιασε τον Καραλή απ τον ώμο βαδίζοντας προς το αυτοκίνητό του.

-”Έλα θα σε πάρω εγώ, θέλω μια παρέα στο γυρισμό, ενημέρωσε τα παιδιά να φύγουμε εκτός αν έχουν κάτι άλλο.

Σε λίγο βάδιζαν δίπλα-δίπλα στην προβλήτα προς το αυτοκίνητο του Δεναξά.

-”Τι πιστεύεις Καραλή ;”

-”Δεν φαίνεται για έγκλημα Αστυνόμε, μάλλον ατύχημα το βλέπω. Βάδιζε κοντά στην άκρη, έπιασε η βροχή, έτρεξε, γλίστρισε, έπεσε. Με τόσα ρούχα δύσκολα να γλυτώσεις σε τέτοιες συνθήκες.

-”Και δεν βρέθηκε πουθενά να πιαστεί ; να γαντζωθεί ; γεμάτο σχοινιά ολόγυρα, βάρκες, πανάθεμά το...”

-”Δεν θέλει και πολύ Αστυνόμε να γίνει, εκτός αν....”

-”Εκτός αν ;” τον κοίταξε έντονα ο Δεναξάς.

-”Δεν θέλει και πολύ ο άνθρωπος να φύγει...”

-”Αυτοκτονία ;”

-”Είναι πιθανό”

-”Αποκλείεις το έγκλημα ;”

-”Όχι αλλά οι ενδείξεις δεν το προκρίνουν, θα δούμε...”

Ο Δεναξάς κοίταξε ολόγυρα. Το ψιλόβροχο συνέχιζε να πέφτει εκνευριστικά. Άπλωσε τη ματιά του πέρα στον σκοτεινό ορίζοντα και στα νερά της θάλασσας.

-”Τι μπορεί να θέλει ένας άνθρωπος, μόνος απ ότι δείχνουν τα πράγματα, μέσα σε τούτη την αντάρα. Ποια βήματα και σκέψεις τον έφεραν ως εδώ. Τι ήταν εκείνο που τελικά τον έσπρωξε στο νερό ; ένα παραπάτημα ίσως ; κάτι άλλο βαθύτερο, που θα μείνει μαζί του για πάντα χωρίς ποτέ να μαθευτεί ;”

-”Φιλοσοφική διάθεση απόψε κ. Αστυνόμε”, τον διέκοψε ο συνεργάτης του. Ο Δεναξάς γύρισε και τον κοίταξε.

-”Πάντα με τρόμαζε η διαπίστωση του πόσο πρόστυχα και εύκολα χάνεται μια ζωή Καραλή σε αντιδιαστολή με το πόσο βασανιστικά δημιουργείται”.

-”Έχετε δίκιο”.

Είχαν φτάσει ήδη στο αυτοκίνητο.

-”Έλα μπες, πάμε να φύγουμε, παλιόκαιρος απόψε και μας πήρε πάλι η νύχτα...”
Το αυτοκίνητο γλίστρισε αθόρυβα μέσα στον βροχερό δρόμο. Η Προβλήτα έμεινε παντελώς έρημη, με τα φώτα να λαμπυρίζουν παράξενα μέσα στα μουσκεμένα μέρη του δρόμου. Οι σκιές έπαιζαν το δικό τους παιχνίδι με αλλόκοτα σχήματα και μορφές.



Στη γωνιά του δρόμου, στο πιο βαθύ σκοτάδι, πρόβαλε αργά μια γνώριμη σκοτεινή ανθρώπινη φιγούρα. Το μεγάλο σκούρο παλτό κάτω στην άκρη του έκανε έναν μικρό κυματισμό στη δύναμη του αέρα. Ο Σηκωμένος γιακάς κάλυπτε μέρος του προσώπου του. Ο γνώριμος όμορφος νεαρός έκανε κάποια βήματα και στάθηκε ακίνητος στη μέση της προβλήτας. Τα μάτια του έπεσαν μέσα στο μικρό λιμανάκι στο νερό της θάλασσας. Το χέρι του κινήθηκε στο εσωτερικό της τσέπης του παλτού του. Ένα μικρό χαρτί κιτρινωπό σε σχήμα μισής σελίδας ανοίχτηκε στο χέρι του. Μια μικροβιολογική εξέταση. “Τεστ θετικόν” οι λέξεις με τα κλασικά γράμματα της γραφομηχανής στην ένδειξη “αποτέλεσμα εξετάσεως”.

Δίπλωσε το χαρτί ακανόνιστα κάνοντας το μια τσαλακωμένη μικρή μπάλα στο χέρι του. Άνοιξε τη χούφτα του και το άφησε λεύτερο στη δύναμη του ανέμου. Το μικρό χαρτί στροβιλίστηκε ακανόνιστα και πέταξε στην επιφάνεια της θάλασσας λίγο πριν γίνει ένα μαζί της. Λικνίστηκε λες σαν μικρή χάρτινη βαρκούλα πάνω στην επιφάνεια και σιγά-σιγά, καθώς το νερό το μούσκευε ολότελα βάραινε μέχρι που έγινε μια σφιχτή μουλιασμένη μπάλα που χάθηκε για πάντα στα σκοτεινά νερά.



Ο Νεαρός σήκωσε τα μάτια του ψηλά. Έκανε μια στροφή με το βλέμμα του σαν αποχαιρετισμό. Μόνος εκείνος ήταν εκεί να ακούσει τα λόγια του:

“Δεν χρειάζομαι πια αγαπητέ μου...! η παρουσία μου έφτασε στο τέρμα της. Δεν έχει νόημα άλλο πια. Ώρα να πηγαίνουμε στον κόσμο μας. Εκεί που ανήκουμε. Στον δικό μας κόσμο. Στην ανυπαρξία....”

Έριξε μια τελευταία ματιά στο μέρος που βρέθηκε το πνιγμένο σώμα του ώριμου άντρα.

“Καληνύχτα....” ψιθύρισε και κίνησε το βήμα του.

Ένα δάκρυ σαν κρύσταλλο κύλησε στο μάγουλό του και έγινε ένα με τις ψιλές σταγόνες της βροχής, που συνέχιζαν να πέφτουν στο δικό τους μονότονο τραγούδι.



 *****************************************

Σημείωση Πνευματικής Ιδιοκτησίας:
Οι "Ιστορίες Noir" είναι δημιούργημα προσωπικής μου πνευματικής ιδιοκτησίας. Δεν επιτρέπεται η Αντιγραφή, η Αναδημοσίευση, η οποιαδήποτε χρήση κειμένων χωρίς την έγγραφη Άδειά μου. 
Important Note:
The reproduction, publication, modification, transmission or exploitation of any work contained herein for any use, personal or commercial, without my prior written permission is strictly prohibited.