Ιστορίες Noir: "Μιας νύχτας παλιόκαιρος...."

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017


Η Ενότητα, "Ιστορίες Noir", αναφέρεται σε κάποια δικά μου μικρά διηγήματα. Διάφορες ιστορίες, με κάποια κοινά χαρακτηριστικά από αυτά που δίνουν τον χαρακτήρα του "Noir".

@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@

 




"Μιας Νύχτας Παλιόκαιρος"

Ήθελε τόσο να περπατήσει εκείνη τη νύχτα. Έτσι έναν περίπατο χωρίς προορισμό. Στο χάσιμο της βροχής, στη μυρωδιά που αφήνουν τα χνάρια της σαν πέφτουν στη Γη. Είχε καιρό να το κάνει. Το είχε ανάγκη, το αποζητούσε σαν ένα παράθυρο στις μαζεμένες σκέψεις που εισέβαλαν απρόσκλητες στο μυαλό του. Ενός κατασταλαγμένου μυαλού στα ώριμά του χρόνια. Τα βήματά του έφτασαν στην άκρη της μεγάλης προβλήτας. Αντικριστά του απλώνονταν η θάλασσα. Ήρεμη, σκούρα, όπου πέρα στο βάθος του ορίζοντα το μαύρο της χρώμα έσμιγε με εκείνο του ουρανού.



Έστριψε να περπατήσει κατά μήκος του δρόμου της παραλίας. Τότε τον είδε. Στεκόταν κάμποσα μέτρα απέναντί του στο απέναντι στενό. Δεν τον έκανες παραπάνω από τριάντα. Στο σκοτάδι δεν μπορούσε να διακρίνει πολλά από αυτόν παρά μονάχα τα γενικά του χαρακτηριστικά και το ότι τον κοίταζε λες και το βλέμμα του είχε προσκολληθεί στα βήματά του.



Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να περπατά κατά μήκος της παραλίας. Το σκοτάδι της νύχτας, το βαθύ μαύρο της θάλασσας, τα φώτα στους φανούς του δρόμου έστηναν ένα διαρκές παιχνίδισμα με τις σκιές.

Το βλέμμα του απλώθηκε πέρα ευθεία σαν να προσπαθούσε να αδράξει το τέρμα του παραλιακού πεζόδρομου. Όμως εκείνος φαινόταν σαν να μην είχε τέλος και σχημάτιζε μια απόλυτη προοπτική στη γεωμετρία των ματιών του. Τις μακριές ευθείες διέκοπταν που και που σε τακτά διαστήματα τα αναμμένα φανάρια στα αριστερά του.



Ένιωσε την απόλυτη μοναξιά της νύχτας να τον τυλίγει σαν μια μεγάλη βαριά μπέρτα. Κάτι όμως του έλεγε ότι σε αυτήν του τη βόλτα δεν ήταν μόνος. Κοντοστάθηκε και γύρισε το βλέμμα του πίσω. Ο Ίδιος νεαρός άντρας του στενού ήταν γύρω στα πενήντα μέτρα πίσω του. Έμοιασαν και οι δύο σαν ακίνητοι στύλοι καταμεσής του δρόμου, ακίνητοι, ανέκφραστοι, σιωπηροί. Τα βλέμματά τους μετρήθηκαν ίσια στα μάτια. Προσπάθησε να διακρίνει το πρόσωπό του αλλά η απόσταση και το σκοτάδι δεν βοηθούσαν. Κείνο που ξεχώριζε από εκείνον ήταν η λυγερή κορμοστασιά του, το μεγάλο σκούρο παλτό του που έφτανε κάτω ως το γόνατο και ο σηκωμένος μεγάλος γιακάς, που τύλιγε τον αυχένα του.



Τράβηξε από τη μέσα τσέπη του σακακιού του το πακέτο με τα τσιγάρα του, έβαλε ένα στο στόμα του, αργά, νωχελικά, έψαξε το αναπτήρα του, τον βρήκε και άναψε με τρόπο λες τελετουργικό. Ο Καπνός της πρώτης ρουφηξιάς σχημάτισε ένα ακανόνιστο σχήμα στον αέρα. Είδε τον άλλον να ξεκινά να περπατά προς το μέρος του. Γύρισε και εκείνος αλλά αυτή τη φορά με βήματα πιο αργά, έτσι που περίμενε κάποια στιγμή να νιώσει την παρουσία του άλλου δίπλα του, να τον προφτάσει, να σταθεί στο πλάι του.



Το βαρύ μαύρο του ουρανού αυλακώθηκε από μια φιδωτή λάμψη, που αργότερα επαναλήφθηκε έτσι λαμπερή αλλά βουβή. Κάπου πέρα μακριά μια καταιγίδα σήμαινε τη δική της παρουσία.

Ο Δρόμος στην προβλήτα έστριψε δεξιά μπαίνοντας σε ένα ήσυχο γραφικό λιμανάκι, με τα μικρά σκάφη να λικνίζονται στα παιχνιδίσματα ενός ανήσυχου παφλασμού στη θάλασσα.

Μια ακόμα λάμψη πέρα στον ορίζοντα ζοφερή αλλά αυτή τη φορά δεν έμεινε βουβή. Ένας απόκοσμος μακρινός βρόντος την συνόδεψε. Η Καταιγίδα σίμωνε πιο κοντά.



Σε λίγο άκουγε τον ήχο που έκαναν τα βήματα του απρόσμενου ακόλουθού του πίσω του, αχνά, πιο σαφή, έντονα, στο τέλος να συντονίζονται με τα δικά του. Ύστερα από λίγο βάδιζε δίπλα του, ανέκφραστος, σιωπηρός.



Έκανε μια κίνηση και μάζεψε το σακάκι του σαν νάνιωθε γυμνός. Βάδιζαν και οι δύο στην ίδια ευθεία πλάι-πλάι, στο ίδιο βήμα, χωρίς να γυρίζει ο ένας στο πρόσωπο του άλλου. Από μακριά σου έδιναν την εντύπωση να μοιάζουν με μολυβένια στρατιωτάκια που κινούνται παράλληλα στην ίδια ρότα.



-”Σε περίμενα”, του είπε χωρίς να γυρίσει καν να τον δει.

-”Είσαι βέβαιος ;” έκανε ο νεαρός παγερά, ανέκφραστα.

-”Ναι, αργά ή γρήγορα σε περίμενα”.

-”Πως ήξερες πως θάρθω ;”

-”Το ‘ξερα, δεν γινόταν αλλιώς, κάποια στιγμή θα γινόταν”.

-”Σε ταράζει η παρουσία μου ; ο ερχομός μου ;”

-”Πάντα η σκέψη σου με τάραζε, τέτοιες παρουσίες έχουν το δικό τους ειδικό βάρος”.

-”Συναισθήματα ;”

Το πρόσωπό του έσπασε σε ένα παράξενο χαμόγελο

-“Πολλά...!”

-”Φοβάσαι ;” ρώτησε ο νεαρός.

Ο Άλλος κοντοστάθηκε για πρώτη φορά. Σαν τα βήματά τους να πάγωσαν ξαφνικά. Τότε γύρισε και τον κοίταξε για πρώτη φορά μέσα στα μάτια. Ένα ζευγάρι καστανά όμορφα μάτια λαμπύρισαν στα φώτα της νύχτας σε ένα καλοσχηματισμένο πρόσωπο με τις σκιές να κάνουν τα δικά τους παιχνίδια στο φωτισμό του.

-”Αυτά τα μάτια....” είπε και συνέχισε μετά από έναν έντονο αναστεναγμό. Έμεναν και οι δύο ακίνητοι καρφωμένοι λες στο τσιμέντο της προβλήτας.

-”Δεν είναι φόβος, είναι κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό”.

Άρχισαν πάλι να βηματίζουν αργά με βήμα βαρύ.

-”Τι είναι ; ενοχή ; τύψεις ; “.

Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά απ το τσιγάρο του. Χωρίς να γυρίσει να τον δει απάντησε.

-”Ήρθες να δικάσεις ;”

-”Ήρθα να πάρω απαντήσεις, αν φυσικά έχεις...” έκανε ο άλλος δίνοντας ένα σκληρό σαρκασμό στις τελευταίες του λέξεις.

-”Για όλα υπάρχουν απαντήσεις”.

-”Και δικαιολογίες μαζί”

-”Εξαρτάται από το τι είναι προετοιμασμένος να ακούσει κανείς”.

-”Βλέπω η ευφράδεια του λόγου σου συνεχίζει να σε βοηθάει να ξεγλιστράς”, του πέταξε ο νεαρός στον ίδιο τόνο.

-”Δεν έχει νόημα μετά από τόσα χρόνια αυτό που υπαινίσσεσαι”.

-”Αναρωτιέμαι αν πόνεσες ποτέ σου” απηύθυνε το ερώτημά του σκληρό.

Εκείνος, σαν να σφίχτηκε αντανακλαστικά μέσα του απάντησε

-”Εσύ τι λες...”

-”Σημασία έχει τι θα μου πεις εσύ”

-”Θέλεις ντρίτες κουβέντες ;”

-”Δεν νομίζεις ότι ήρθε η ώρα για αυτές ;”

Κοντοστάθηκε. Γύρισε απότομα, νευρικά και τον κοίταξε απαντώντας, ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του.

-”Τι νομίζεις λοιπόν ; ότι δεν το κουβαλάω όλα αυτά τα χρόνια μέσα μου ; ότι δεν είναι για μένα μια κηλίδα, μια χαρακιά που εξωτερικά έκλεισε αλλά μέσα προκαλεί τον ίδιο πόνο ; ένα μεγάλο κεφάλαιο της ζωής μου”

Ο νεαρός ατάραχος πήρε τη σκυτάλη

-”Το θέμα είναι το αποτέλεσμα. Εγώ πιστεύω ότι έκανες τη δουλειά σου, έτσι απλά. Μονάχα την πάρτη σου και τον εαυτούλη σου. Μέχρι εκεί βάσταγαν τα κότσια σου. Και μόλις ζόρισε το πράγμα λάκισες με τον πιο βρώμικο τρόπο”, του πέταξε κατάμουτρα.

Αρπάχτηκε....! σαν να δέχτηκε κατάμουτρα έναν παγωμένο κουβά νερό μέσα στο χειμώνα.

-”Σταμάτα....! πάψε...!”

-”Είμαι όλος περίεργος να ακούσω τι θα μου πεις”

Ξεκίνησαν και πάλι τον βηματισμό τους στο ίδιο ακριβώς ντεκόρ.

-”Μεγάλες κουβέντες, λουσμένες σε όμορφα και βαριά λόγια”, ξεκίνησε το λόγο του στο νεαρό, “Κουβέντες μεγαλόσχημες, από δικά σου γονικά πρόσωπα, από τον δημιουργό σου ίσως. Προσταγές για σεβασμό, καθήκοντα σκληρά που φορτώνουν τα νεανικά σου χρόνια με βάρος ασήκωτο. Εξιδανίκευση καταστάσεων και προσώπων. Οικογένεια, Μητέρα, Πατέρας. Πρόσωπα που ντύνονται με χρέη και οφειλές παρά με ελεύθερα συναισθήματα. Και αντί για αξίες ζωής γίνονται καταδίκη”

-”Και η δική σου κρίση ;”

-”Η Δική σου κρίση μα την αλήθεια....”, γέλασε καγχάζοντας, “η δική σου κρίση έχει διαμορφωθεί με σημαίες καρφωμένες στο κορμί σου και στο λογισμό σου. Και χίλια δυό πρέπει να στέκουν πάνω απ το κεφάλι σου σαν αριθμημένη ημερήσια διαταγή. Πρέπει να κάνεις αυτό, χρωστάς στην Μητέρα σου το τάδε, στον Πατέρα σου εκείνο, και πρέπει εσύ να ανταποδώσεις αυτό που πήρες. Δεν έχεις δικαίωμα να διαψεύσεις τέτοια προσφορά ζωής, πρέπει.... πρέπει... πρέπει... αμέτρητα πρέπει. Και εσύ ; πουθενά εσύ...! οι άλλοι...! ή μάλλον κάποια πρόσωπα για τα οποία θα διαμορφώσεις τη ζωή σου έτσι ώστε να τα υπηρετείς με κάθε κόστος”

-”Που είσαι εσύ σε όλα αυτά ; η δική σου θέση”

-”Πόσο όμορφα ακούγονται. Δες τριγύρω παρόμοιες συμπεριφορές και στάσεις, ωωωω η Μητέρα σου είναι ύψιστο πρόσωπο που της χρωστάς ευγνωμοσύνη και οφείλεις να την υπηρετείς μέχρι να κλείσει τα μάτια της. Ο Πατέρας σου επίσης. Βλέπεις πόσο ηθικά κατοχυρωμένα είναι όλα αυτά ; και εκείνοι που σου υπέγραψαν, χωρίς να σε ρωτήσουν, αυτήν την αποστολή δεν βάζουν καθόλου στην υπόθεση αυτή εργασίας το ότι η ζωή αλληλεπιδρά κάθε στιγμή και συνεχώς με πρόσωπα και καταστάσεις που αλλάζουν...”

-”Δηλαδή ;”

-”Δηλαδή τα πρόσωπα που είναι οι αποδέκτες της ευγνωμοσύνης γιατί ντε και καλά πρέπει να την αξίζουν ;”

-”Στάθηκες βολικά σε όλο αυτό δεν νομίζεις ;”

-”Ίσως να ακούγεται και έτσι. Όμως ο πνευματικός ευνουχισμός του ανθρώπου είναι έγκλημα. Η πλύση εγκεφάλου το ίδιο. Η Δύναμη αυτής της πίεσης τρομακτική. Δεν το λέω για φτηνή δικαιολογία. Περισσότερο το λέω σαν επιχείρημα για τρίτους στο μέλλον παρά για μένα.”

-”Πως το ξεκαθάρισες αυτό μέσα σου ;”

-”Στη ζωή μας θα εμφανιστούν πρόσωπα που θα παίξουν καταλυτικό ρόλο σ’ αυτήν. Πρόσωπα, μεγάλα, σημαντικά. Που όμως έχουν μια εντελώς διαφορετική λειτουργία κοντά μας. Για παράδειγμα άλλο πράγμα είναι ένα σύντροφός σου και άλλο πράγμα ο γονέας σου. Άλλο θα πάρεις από τον έναν άλλο από τον άλλον.”

-”Σωστά....! εσύ το ξεκαθάρισες μέσα σου αυτό ; τα έβαλες στη θέση που τους πρέπει ; ή περίμενες υποχρεωτικά να συμφωνήσουν για να προχωρήσεις μπροστά ; Με λίγα λόγια δεν αποδέχτηκες ποτέ ότι οφείλεις να έχεις το θάρρος να βάλεις τα πράγματα και τους ρόλους τους στη θέση τους”

-”Μα οι άλλοι μου το έκαναν αυτό”

-”Να το δεχτώ, εσύ φρόντισες όμως να τους το δείξεις ; όταν μία μεριά πήγε να διεκδικήσει μονόπαντα τα πάντα, εσύ στάθηκες εκεί που πρέπει ; και αν δεν υπήρχε περίπτωση ισορροπίας, εσύ φρόντισες κριτικά να σταθείς στο μέρος του δικαίου ; Γιατί αν θες τη γνώμη μου απλά παλινδρομούσες πέρα-δώθε αποφεύγοντας το κόστος της ρήξης.”



Η καταιγίδα ζύγωνε όλο και πιο κοντά τους καθώς οι λάμψεις στον ουρανό αλλά και η απόκριση της βροντής γίνονταν όλο και πιο συχνές. Ο νεαρός τον κοίταξε και τον ρώτησε ξανά.



-”Εκείνη την σκέφτηκες καθόλου ; μέσα σε όλη αυτήν την αντάρα, τη σύγκρουση. τι θέση είχε εκείνη ; πήρε ένα κομμάτι από αυτό που άξιζε ; από αυτό που σού ‘δωσε ; τις της είπες διάολε ; τι επιχείρημα σκαρφίστηκες για να την μεταχειριστείς έτσι ; με τι την εκβίασες ; ποια δολερά ψέμματα μεταχειρίστηκες ; εκτός αν πίστευες τότε ότι ευθύνεται και αυτή ”

Κοντοστάθηκαν αντικριστά ο ένας στον άλλον. Όπως αναμετρώνται λίγο πριν την τελική αμάχη δυό παλαιστές, δυό μονομάχοι. Άρπαξε τον νεαρό απ τους ώμους δυνατά.

-”Σταμάτα να μιλάς έτσι ακούς ; δεν νομίζεις ότι το παρατραβάς ;”



Ο Νεαρός, τον έσπρωξε πέρα δυνατά συνεχίζοντας οργισμένα.

-”Δειλέ....! ένας δειλός υπήρξες πάντα....! ποτέ σου δεν πήρες την απόφαση να αναμετρηθείς με τους φόβους σου. Κιότευες μπροστά τους. Το ...καλό παιδί...! χα....! ας γελάσω πανάθεμά σε. Το έπαιζες καλός με όλους αδιαφορώντας αν σε αυτές τις ίσες αποστάσεις σκορπούσες θλίψη, απογοήτευση, αδυναμία. Βολεύτηκες στο οικοδόμημα που σου έπλασαν και σαν ήρθε η στιγμή να κρίνεις την αλήθεια. Την αλήθεια της ζωής και όχι του κόσμου που σού έπλασαν τι έκανες ; πες μου τι έκανες ; τα ρήμαξες όλα...!”

-”Μην παριστάνεις τον Εισαγγελέα...! Τα μετά δεν τα λογαριάζεις ; η ζωή δεν είναι μια εικόνα μονάχα, δεν είναι μόνο ένα καρέ μιας ταινίας. Η ζωή κρίνεται συνολικά σε μια πορεία μαζεμένη. Με ρώτησες αν εκείνη την σκέφτηκα. Μα δεν έκανα και τίποτα άλλο από εκείνη τη στιγμή...”

-”Χα...! από εκείνη τη στιγμή λες, το προσέχεις ; με λίγα λόγια μετά από όσα έγιναν.”

-“Δεν έβλεπα τη σχέση μας στο ότι κάτι της χρωστούσα, όχι σαν χρέος ή σαν εξευμενισμό. Αλλά γιατί το ήθελα, το ένιωθα. Την αγαπούσα. Και ξέρεις πολύ καλά ότι πάλεψα”.

-”Μόνο που εγώ είμαι απόψε εδώ για εκείνη τη στιγμή και για κακή σου τύχη για εκείνη σου την απόφαση. Εγώ, αγαπητέ είμαι η δημιουργία εκείνης της στιγμής, εκείνης της απόφασης. Της δικής σου απόφασης...!”

-”Και λοιπόν ;” ούρλιαξε εκείνος, πες επιτέλους τι θέλεις ; τι ζητάς ;

-”Κάθε απόφαση στη ζωή μας, κάθε μας στιγμή παράγει μια επόμενη, χτίζει καταστάσεις, δημιουργεί ευθύνες, σκάβει κόσμους και συναισθήματα, δεν το έμαθες αυτό παρά τα χρόνια σου ;”

-”Με δικάζεις λοιπόν ;”

-”Εγώ ; τι να δικάσω εγώ ; σκέψου....! τι είμαι εγώ ; τι θα μπορούσα να είμαι εγώ ; μήπως είμαι το αποτέλεσμα μιας απόφασης ; μιας καταδίκης ; υπάρχω άραγε ; που ; σε ποια σκέψη ; σε ποιον κόσμο ; νοερό ; φανταστικό ; πραγματικό ; ονειρικό ; πως πέρασα εγώ απ τη ζωή σου ; σαν τι ; σαν ευλογία ; σαν κατάρα ; σαν ατύχημα ; μίλα...! δεν μπορεί διάβολε, κάπου με επικαλέστηκες, για κάποιο λόγο με αναζήτησες, είμαι γέννημα επιλογής, δεν ήρθα από το πουθενά.”.

Οι δυό άντρες έγιναν ένα. Ένα παράξενο σφτιχταγκάλιασμα μέσα στη νύχτα. Ένα δέσιμο που δεν ήξερες τι χαρακτήρα είχε ; δυό φιγούρες που εκεί στην άκρη της ατέρμονης εκείνης προβλήτας άρχισαν να βρέχονται με τις ριπές απ τον παφλασμό της θάλασσας που θέριευε λες και ακολουθούσε τα δικά τους αισθήματα.

Σιγά-σιγά, όπως ήρθε η αντάρα στην κουβέντα τους έτσι και έφυγε. Χώρισαν από το σφιχτό τους σμίξιμο και συνέχιζαν να περπατούν δίπλα ο ένας στον άλλο. Ο Λόγος του ώριμου άντρα ακούστηκε ξανά.

-”Δεν αναγνωρίζεις λοιπόν το βάρος της ευθύνης ; δεν μπορείς να δεις αν μπορούσα να την σηκώσω ;”

-”Γυρεύεις ελαφρυντικά ; να στα δώσω αν τα χρειάζεσαι, αλλά που ωφελούν ; το βάρος αυτό που εγώ να δεχτώ δεν μπόρεσες να διαχειριστείς, σε μια απόφαση εγκεφαλική, προειλημμένη δεν έπρεπε να το σκεφτείς ; δεν έπρεπε να ζυγίσεις τις δυνάμεις σου ; να πεις μπορώ ; αντέχω ; και εκεί να το δεχτώ να έλεγες όχι απ την αρχή”

-”Σαν έφυγες πήρα μια απόφαση”.

-”Δεν ξέρω καν αν ήρθα” τον πρόλαβε ο νεαρός.

-”Έκανα την επιλογή μου. Μια και μοναδική. Κοντά της. Εκεί που της αξίζει”.

-”Άργησες”.

-”Κάνεις λάθος....! άργησα ναι αλλά όχι τόσο ώστε όλα να σβηστούν, να χαθούν. Χλώμιασαν ναι, απέκτησαν υποθήκη μια κηλίδα θλίψης, ένα τραύμα που πονά, που δεν σβήνει εντελώς. Όμως το μετά στήθηκε όλο πάνω στα θεμέλια μιας καινούργιας ζωής. Δεν κλείνουν όλα που να σε πάρει σε σένα”

-”Μπήκες στον κόσμο της να διαβάσεις ; άνοιξες τα κελάρια της ζωής της που κρατά σφαλισμένα με εκείνη σου την απόφαση ; είχες το κουράγιο και τη δύναμη να το κάνεις ; αλλά σε είχαν ντύσει στο ψέμμα τους, στην παραπλάνησή τους, διάβασες την απόγνωση στα μάτια της ; ”.

-”Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν τόκανα.”

-”Οι μεγάλες αποφάσεις κρίνονται στις μεγάλες ώρες, στην ώρα της φωτιάς. Είχες την ωριμότητα να δεις την αλήθεια πίσω ένα σάπιο οικοδόμημα πάνω στο οποίο έκανες τα βήματά σου ;”

-”Όχι, μα την αλήθεια όχι....! ποτέ δεν πίστεψα ότι αυτό που μου όρισαν να υπηρετήσω με τόσο προσήλωση ήταν βαθιά άρρωστο και τελικά μάταιο. Πόση παραφροσύνη σε μια συμπεριφορά”.

Σταμάτησαν. Οι δυνατές βροντές διέκοψαν τον παράξενο εκείνο διάλογό τους. Ένας αλλόκοτος αέρας, ο αέρας πριν την καταιγίδα έδερνε επίμονα τα πρόσωπά τους. Ο νεαρός με ένα απλανές ύφος ακούστηκε.

-”Την έβλεπα προχθές να κοιτά εκείνη την όμορφη φωτογραφία της με την αφιέρωσή της σε σένα. Πολλοί της φέρθηκαν σκληρά. Δεν ήθελε να είσαι ανάμεσά τους...”

“-Πάψε, σταμάτα πανάθεμά σε, η ζωή κύλησε έφυγε, προχώρησε. Δεν σταμάτησε εκεί. Ζήσαμε τόσα όμορφα πράγματα μετά, τόσες στιγμές, τόση αγάπη. Ναι, να δεχτώ όσα λες. Όμως έκανες τον κόπο να μετρήσεις όλο αυτό το μετά ; να καταγράψεις τα γενόμενα ; όχι δεν το έκανες. Το προσπερνάς. Στέκεσαι μονάχα σε μια στιγμή και μετά σβήνεις τα πάντα”

-”Τότε να φύγω, δεν έχω καμιά δουλειά πια εδώ”, έκανε ο νεαρός με απόμακρη φωνή.

-”Ναι....!” έκανε εκείνος με μια φωνή ανακατεμένη με κάτι σαν λυγμούς. “Να φύγεις πανάθεμά σε....! να μην ξανάρθεις ακούς ; να μείνεις πέρα μακριά εκεί που ανήκεις, στο άγνωστο, να φύγεις....!”.

Τον άρπαξε από το πέτο σχεδόν κλαίγοντας, ταρακουνώντας τον πέρα-δώθε σαν καρυδότσουφλο.

-”Πάψε πια να γυροφέρνεις πίσω μου σαν σκιά μου. Πάψε να κρέμεσαι πάνω μου. Να τριγυρνάς σαν Ερινύα ολόγυρά μου. Τι θέλετε όλοι από μένα ; τι ζητάτε ; από τα χρόνια τα πρώτα μου κρεμαστήκατε πάνω μου ασήκωτες πέτρες. Πόσες να κουβαλήσω ; Να φύγεις....! να χαθείς...! Τώρα πια δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ μ’ ακούς ; καμιά δουλειά”.

Η Φωνή του έγινε ουρλιαχτό σαν να αλυχτούσε μέσα στη νύχτα. Τα κορμιά τους πήγαιναν πέρα-δώθε σαν δυό μεγάλα δέντρα που αντιμάχονταν στην αντάρα του αγέρα.

-”Πάψε να με κοιτάς μ’ αυτό σου το βλέμμα, χρόνια ολάκερα. Ξέρω ότι ματώνεις...! ξέρω ότι πονάς και εσύ, ξέρω ότι δεν έφταιξες εσύ, ειδικά εσύ....! Πάψε....”

Μια φωνή που ενώθηκε με την μπόρα που ξέσπασε λυσσασμένη σαν νάθελε να σμίξει με την αντάρα τους. Μια φωνή που χάθηκε μέσα στον πάταγο της καταιγίδας που απλώθηκε παντού σβήνοντας τις φιγούρες απ την προβλήτα που ολάκερη απ’ άκρη σ’ άκρη έγινε μια θολή γκρίζα ζωγραφιά λες αφηρημένης τέχνης.

.....................................................................................................

.....................................................................................................



Η Μεγάλη μπόρα είχε περάσει. Ο Παφλασμός της θάλασσας στο μικρό λιμανάκι είχε κοπάσει. Ο Αέρας είχε γαληνέψει. Ένα ψιλό εκνευριστικό ψιλόβροχο μούσκευε τώρα την προβλήτα. Από μακριά τα φώτα στις κολόνες έγιναν ένα θαμπό σύμπλεγμα με τους φανούς των αυτοκινήτων που αναβόσβηναν στις οροφές τους. Άξαφνα το ερημικό εκείνο κομμάτι είχε πάρει ζωή μέσα στη νύχτα.



Το μαύρο υπηρεσιακό Audi σταμάτησε εκεί κοντά στην άκρη. Ο Αστυνόμος Δεναξάς κατέβηκε μουρμουρίζοντας διάφορα για το εκνευριστικό ψιλόβροχο και το προχωρημένο της νύχτα. Βημάτιζε γρήγορα με άγχος προς το μέρος όπου ένα νοσοκομειακό αυτοκίνητο, δύο περιπολικά της Αστυνομίας και δύο μοτοσυκλέτες ήταν παρκαρισμένα εκεί ακανόνιστα. Οι αναμμένοι φανοί έδιναν στην ατμόσφαιρα μια νότα διαστημικού κέντρου.

Ο Δεναξάς πλησίασε τους συγκεντρωμένους. Έφτασε κοντά τη στιγμή που οι δύο διασώστες φόρτωναν ένα φορείο με κάποιο σώμα τυλιγμένο σε νάυλον θήκη.

-”Αστυνόμε, καλησπέρα...!”

Ο Δεναξάς μόρφασε δυσαρεστημένα

-”Που την είδες Καραλή ; τι έχουμε εδώ ; τι συμβαίνει ;”

-”Τα παιδιά, το ζευγάρι από εδώ, τραβήχτηκαν εκεί κάτω στη γωνία στο σκεπαστό την ώρα της καταιγίδας, άκουσαν θόρυβο, είδαν κάποιον να πέφτει στη θάλασσα και μέχρι να έρθουν με όλο αυτό το χαλασμό, τον βρήκαν να επιπλέει...”.

Ο Αστυνόμος πλησίασε με γρήγορα βήματα στο νοσοκομειακό. Σταμάτησε λίγο τους διασώστες. Τράβηξε το φερμουάρ προς τα κάτω. Το παγωμένο, ακίνητο πρόσωπο ενός ώριμου άντρα πρόβαλε στο ημίφως”

-”Αυτός εδώ είναι ;”

-”Ναι, Αστυνόμε”.

-”Έχουμε στοιχεία ; βρήκες τίποτα ; ποιος είναι ;”

-”Στο σακάκι του βρέθηκε το πορτοφόλι του. Μέσα είναι και η ταυτότητά του”.

Ο Δεναξάς κούμπωσε το φερμουάρ ως τα πάνω μέχρι που το πρόσωπο του θύματος κλείστηκε πάλι στον δικό του κόσμο έχοντας γίνει πλέον ένα άψυχο φορτίο.

-”Είναι όλα εντάξει ; να φύγουν τα παιδιά Καραλή ; τελειώσατε ;”

-”Ναι, ναι όλα εντάξει”.

Ο Δεναξάς γύρισε στους διασώστες. “Εντάξει παιδιά, μπορείτε να φύγετε. Καλό ξημέρωμα”.

Γύρισε προς τον υφιστάμενό του τον Υπαστυνόμο Καραλή.

“Έχεις τα παιδιά που τον βρήκαν εδώ ;”

-”Ναι είναι εκεί, τους είπα να περιμένουν λίγο μέχρι να ‘ρθείτε”.

Τράβηξε τον Υπαστυνόμο προς το μέρος τους. Ήταν δύο νεαρά παιδιά κάπου γύρω στα 23-25. Βρεγμένα αρκετά και ταλαιπωρημένα. Ο Δεναξάς τους μίλησε ευγενικά

-”Καλησπέρα παιδιά, που τον βρήκατε πως έγινε ;”

Ο Νεαρός ξεκίνησε να εξηγεί με μικρές παρεμβάσεις της φίλης του.

-”Κάναμε μια μικρή βόλτα εδώ στο λιμανάκι. Η Καταιγίδα μας έπιασε απότομα. Τρέξαμε κάτω από το Υπόστεγο εκεί μπας και κοπάσει να φύγουμε για το αυτοκίνητο. Την ώρα της καταιγίδας κάπου εδώ είδαμε μια σκιά, μια ανθρώπινη φιγούρα...”

-”Ήταν μόνος ;”

-”Ναι, ναι”

-”Είστε σίγουροι ; θέλω να πω, η καταιγίδα, η ορατότητα δεν είναι καλή, μήπως εκεί κοντά του ή πιο πριν κάποιος ;”

-”Όχι κ. Αστυνόμε”, παρενέβη η κοπελιά. “Τον είχαμε δει και νωρίτερα. Η προβλήτα είναι στην ευθεία μεγάλη. Πριν την καταιγίδα τον είδαμε να περπατά μόνος. Μετά κάποια στιγμή μέσα στην όλη αντάρα τον χάσαμε, προς στιγμή τον είδαμε να πέφτει στο νερό. Τρέξαμε ως εδώ. Η καταιγίδα λυσσομανούσε. Είχε χαθεί το σώμα του ανάμεσα στις βάρκες στο λιμανάκι. Δεν βλέπαμε τίποτα. Ο Νίκος πήδηξε στη βάρκα από εκεί που ήταν πιο εύκολα αλλά και πάλι τίποτα. Μετά από λίγα λεπτά φάνηκε να επιπλέει πέρα εκεί...” τελείωσε η κοπέλα με έναν κόμπο και έντονα τα σημάδια του σοκ στη διάθεσή της.

Ο Δεναξάς, την σκέπασε διακριτικά με το μουσκεμένο μπουφάν της.

-”Εντάξει παιδιά, μπορείτε να φύγετε, ευχαριστούμε. Είστε χάλια. Μόνο, αν θέλετε σας παρακαλώ αύριο να έρθετε να υπογράψετε μια κατάθεση, σας είπαν τα παιδιά εδώ έτσι ;”

-”Ναι έχουμε συνεννοηθεί με τα παιδιά” μπήκε στην κουβέντα ο Καραλής , “έχουμε κρατήσει και στοιχεία”.

-”Καληνύχτα παιδιά και προσπαθείστε να ηρεμήσετε” τα καληνύχτισε ο Αστυνόμος γυρνώντας στον υφιστάμενό του.

-”Ο Θεοδώρου ήρθε ;”

-”Ναι, πριν από σας, εκεί είναι νάτος, φεύγει” του έδειξε προς τα αριστερά ένα ανθρακί Πεζό στο οποίο κάποιος είχε ήδη ανάψει τη μηχανή. Ο Δεναξάς στράφηκε στο μέρος του φωνάζοντας

-”Γιατρέ....! γιατρέ....!”

Ο Άλλος έμεινε μέσα στο αυτοκίνητο να περιμένει.

-”Γειά σου Αστυνόμε”.

-”Καλησπέρα, τι έχουμε ; τι είδες ;”

-”Περίπου πενηντάρης, άντρας καθώς είδες, πνιγμός κατά 90% με την πτώση στο νερό”.

-”Είδες τίποτα περίεργο ;”

-”Αν εννοείς χτυπήματα Δεναξά, στα εμφανή του σημεία, πρόσωπο, χέρια, όχι είναι πεντακάθαρος, τα υπόλοιπα θα στα πω μετά, αύριο”

-”Τι έχεις κατά νου Γιατρέ ;”

-”Βιάζεσαι Αστυνόμε...! βιάζεσαι...! ο άνθρωπος πνίγηκε. Τραύμα από χτύπημα ή κάτι άλλο δεν έχει. Τώρα αν τον έσπρωξε κανείς να πέσει μέσα τι να σου πω, αυτό είναι δική σου δουλειά, τα υπόλοιπα αύριο, θα έχεις επίσημη αναφορά”

-”Εντάξει Γιατρέ, ευχαριστώ, θα μιλήσουμε, καλή σου νύχτα”

-”Καληνύχτα παιδιά” είπε ο Γιατρός και έφυγε.

Στην προβλήτα άρχισε να πέφτει και πάλι ησυχία. Το ασθενοφόρο έφυγε, οι μοτοσυκλετιστές της αστυνομίας επίσης. Έμεναν τα δύο περιπολικά. Ο Δεναξάς έπιασε τον Καραλή απ τον ώμο βαδίζοντας προς το αυτοκίνητό του.

-”Έλα θα σε πάρω εγώ, θέλω μια παρέα στο γυρισμό, ενημέρωσε τα παιδιά να φύγουμε εκτός αν έχουν κάτι άλλο.

Σε λίγο βάδιζαν δίπλα-δίπλα στην προβλήτα προς το αυτοκίνητο του Δεναξά.

-”Τι πιστεύεις Καραλή ;”

-”Δεν φαίνεται για έγκλημα Αστυνόμε, μάλλον ατύχημα το βλέπω. Βάδιζε κοντά στην άκρη, έπιασε η βροχή, έτρεξε, γλίστρισε, έπεσε. Με τόσα ρούχα δύσκολα να γλυτώσεις σε τέτοιες συνθήκες.

-”Και δεν βρέθηκε πουθενά να πιαστεί ; να γαντζωθεί ; γεμάτο σχοινιά ολόγυρα, βάρκες, πανάθεμά το...”

-”Δεν θέλει και πολύ Αστυνόμε να γίνει, εκτός αν....”

-”Εκτός αν ;” τον κοίταξε έντονα ο Δεναξάς.

-”Δεν θέλει και πολύ ο άνθρωπος να φύγει...”

-”Αυτοκτονία ;”

-”Είναι πιθανό”

-”Αποκλείεις το έγκλημα ;”

-”Όχι αλλά οι ενδείξεις δεν το προκρίνουν, θα δούμε...”

Ο Δεναξάς κοίταξε ολόγυρα. Το ψιλόβροχο συνέχιζε να πέφτει εκνευριστικά. Άπλωσε τη ματιά του πέρα στον σκοτεινό ορίζοντα και στα νερά της θάλασσας.

-”Τι μπορεί να θέλει ένας άνθρωπος, μόνος απ ότι δείχνουν τα πράγματα, μέσα σε τούτη την αντάρα. Ποια βήματα και σκέψεις τον έφεραν ως εδώ. Τι ήταν εκείνο που τελικά τον έσπρωξε στο νερό ; ένα παραπάτημα ίσως ; κάτι άλλο βαθύτερο, που θα μείνει μαζί του για πάντα χωρίς ποτέ να μαθευτεί ;”

-”Φιλοσοφική διάθεση απόψε κ. Αστυνόμε”, τον διέκοψε ο συνεργάτης του. Ο Δεναξάς γύρισε και τον κοίταξε.

-”Πάντα με τρόμαζε η διαπίστωση του πόσο πρόστυχα και εύκολα χάνεται μια ζωή Καραλή σε αντιδιαστολή με το πόσο βασανιστικά δημιουργείται”.

-”Έχετε δίκιο”.

Είχαν φτάσει ήδη στο αυτοκίνητο.

-”Έλα μπες, πάμε να φύγουμε, παλιόκαιρος απόψε και μας πήρε πάλι η νύχτα...”
Το αυτοκίνητο γλίστρισε αθόρυβα μέσα στον βροχερό δρόμο. Η Προβλήτα έμεινε παντελώς έρημη, με τα φώτα να λαμπυρίζουν παράξενα μέσα στα μουσκεμένα μέρη του δρόμου. Οι σκιές έπαιζαν το δικό τους παιχνίδι με αλλόκοτα σχήματα και μορφές.



Στη γωνιά του δρόμου, στο πιο βαθύ σκοτάδι, πρόβαλε αργά μια γνώριμη σκοτεινή ανθρώπινη φιγούρα. Το μεγάλο σκούρο παλτό κάτω στην άκρη του έκανε έναν μικρό κυματισμό στη δύναμη του αέρα. Ο Σηκωμένος γιακάς κάλυπτε μέρος του προσώπου του. Ο γνώριμος όμορφος νεαρός έκανε κάποια βήματα και στάθηκε ακίνητος στη μέση της προβλήτας. Τα μάτια του έπεσαν μέσα στο μικρό λιμανάκι στο νερό της θάλασσας. Το χέρι του κινήθηκε στο εσωτερικό της τσέπης του παλτού του. Ένα μικρό χαρτί κιτρινωπό σε σχήμα μισής σελίδας ανοίχτηκε στο χέρι του. Μια μικροβιολογική εξέταση. “Τεστ θετικόν” οι λέξεις με τα κλασικά γράμματα της γραφομηχανής στην ένδειξη “αποτέλεσμα εξετάσεως”.

Δίπλωσε το χαρτί ακανόνιστα κάνοντας το μια τσαλακωμένη μικρή μπάλα στο χέρι του. Άνοιξε τη χούφτα του και το άφησε λεύτερο στη δύναμη του ανέμου. Το μικρό χαρτί στροβιλίστηκε ακανόνιστα και πέταξε στην επιφάνεια της θάλασσας λίγο πριν γίνει ένα μαζί της. Λικνίστηκε λες σαν μικρή χάρτινη βαρκούλα πάνω στην επιφάνεια και σιγά-σιγά, καθώς το νερό το μούσκευε ολότελα βάραινε μέχρι που έγινε μια σφιχτή μουλιασμένη μπάλα που χάθηκε για πάντα στα σκοτεινά νερά.



Ο Νεαρός σήκωσε τα μάτια του ψηλά. Έκανε μια στροφή με το βλέμμα του σαν αποχαιρετισμό. Μόνος εκείνος ήταν εκεί να ακούσει τα λόγια του:

“Δεν χρειάζομαι πια αγαπητέ μου...! η παρουσία μου έφτασε στο τέρμα της. Δεν έχει νόημα άλλο πια. Ώρα να πηγαίνουμε στον κόσμο μας. Εκεί που ανήκουμε. Στον δικό μας κόσμο. Στην ανυπαρξία....”

Έριξε μια τελευταία ματιά στο μέρος που βρέθηκε το πνιγμένο σώμα του ώριμου άντρα.

“Καληνύχτα....” ψιθύρισε και κίνησε το βήμα του.

Ένα δάκρυ σαν κρύσταλλο κύλησε στο μάγουλό του και έγινε ένα με τις ψιλές σταγόνες της βροχής, που συνέχιζαν να πέφτουν στο δικό τους μονότονο τραγούδι.



 *****************************************

Σημείωση Πνευματικής Ιδιοκτησίας:
Οι "Ιστορίες Noir" είναι δημιούργημα προσωπικής μου πνευματικής ιδιοκτησίας. Δεν επιτρέπεται η Αντιγραφή, η Αναδημοσίευση, η οποιαδήποτε χρήση κειμένων χωρίς την έγγραφη Άδειά μου. 
Important Note:
The reproduction, publication, modification, transmission or exploitation of any work contained herein for any use, personal or commercial, without my prior written permission is strictly prohibited.

"Αγάπη Είναι..." (Διήγημα)

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017


"Αγάπη Είναι..."



Τράβηξε την κουρτίνα στο παραθύρο. Λάτρευε το σμίξιμο του συννεφιασμένου ουρανού με τη θάλασσα. Η Χθεσινοβραδυνή καταιγίδα έγινε ήρεμη βροχή. Το σπίτι έμοιαζε με γραφική καλύβα. Τα ξύλα που καιγόνταν στο τζάκι ακούγονταν νανουριστικά.
Κοίταξε στο κρεβάτι. Την χάιδεψε με το βλέμμα του. Τα μαλλιά της ατημέλητα τύλιγαν το γλυκό της πρόσωπό. Το σφριγηλό της στήθος των 32 χρόνων γυμνό στο γύρισμα της ζεστής κουβέρτας που την αγκάλιαζε στοργικά. Ήταν ζωγραφιά. 
 
Τα μουσκεμένα της ρούχα αντικριστά στο τζάκι περίμεναν τη θέρμη του.
Άνοιξε τα μάτια και ανασηκώθηκε στο προσκεφάλι της. Το άρωμα της ζεστής σοκολάτας την γέμισε.
Πήγε κοντά της, έκατσε στην ξύλινη πολυθρόνα.
Πόση ώρα κοιμάμαι ;” ρώτησε ναζιάρικα.
“Ήσουνα χάλια, είχες ανάγκη, πιες τη σοκολάτα να συνέλθεις”, απάντησε χαμογελώντας.
Βόλεψε την κουβέρτα γύρω της, πήρε την κούπα ρουφώντας με απόλαυση.
Νιώθω μετανάστης έτσι τυλιγμένη ολόγυμνη, σενάριο στο πουθενά, αλλά σε καλά χέρια”, είπε τρυφερά κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
Πάντα ήσουνα το λιμάνι μου” συνέχισε, “πάντα με δεχόσουνα όπως ήμουνα, με τα λάθη και τις ...αμαρτίες μου”.
Δεν ορίστηκα κριτής κανενός Μυρτώ, είμαι κοντά σου χωρίς όρους, το ξέρεις...”
“Ναι, για αυτό σ’ αγαπώ...!”
Στην τελευταία της λέξη ένιωσε παράξενα. Σηκώθηκε, πήγε και έφερε ένα καλαθάκι με βουτήματα.
Το θυμάμαι ! Από τότε που έλεγες ότι είναι στιγμές που μ΄αγαπάς περισσότερο από τον Πατέρα σου”.
Τον κοίταξε ίσια στα μάτια “Σε ενόχλησε ;”
Σκάλισε τη φωτιά στο τζάκι.
Τι σημασία είχε ; είχες τη σχέση σου με προβλήματα, και μια μεγάλη φωτιά για τον καινούργιο, όφειλα να το δεχτώ, να σε στηρίξω...”
Και τα κατάφερες ! Είδα την αλήθεια ! Κάπως αργά αλλά την είδα, ευτυχώς χωρίς μεγάλο κόστος, αλλά εσύ... δεν μου έβαλες την ταμπέλα που φόρτωσαν οι άλλοι, γιατί ;”
Τράβηξε την πολυθρόνα στην άκρη του κρεβατιού.
Αγάπη είναι να δέχεσαι τον άλλο όπως είναι, να στέκεσαι δίπλα, να απλώνεις το χέρι να τον τραβήξεις από κάτι άσχημο, μια ανοιχτή αγκαλιά να ανεβάσεις την αυτοεκτίμησή του...”
Άπλωσε το χέρι της στο δικό του.
“Πόσο μ΄αγαπάς...”
Χαμογέλασε με πίκρα κοιτάζοντάς την στα μάτια.
Αναρωτήθηκες πως είναι να σε βλέπω να καίγεσαι για τους άλλους ; να βλέπω τα δάκρυα να ταξιδεύουν στο πρόσωπό σου ; σκέφτηκες πως είναι να μου περιγράφεις τις ερωτικές σου στιγμές θέλοντας να μοιραστείς με εμπιστοσύνη τη χαρά σου ;”
Τον άρπαξε από το χέρι δυνατά.
“Γιατί δεν με διεκδίκησες ;” ακούστηκε η φωνή της ηλεκτροσόκ στη σκέψη του.
“Εγώ ; Μυρτώ... ένας άντρας 52 ετών να διεκδικήσω εσένα ; ένα λουλούδι ; με τι ;
Με την καρδιά σου Φίλιππε...! με τα αισθήματά σου...! την αλήθεια σου. Γλυκέ μου... η ζωή θέλει τόλμη, ανατροπή”.
Μια σιωπή σαν πριν την καταιγίδα έπεσε ανάμεσά τους.
Αποφασιστικά τράβηξε την κουβέρτα. Το γυμνό της σώμα ριγούσε μπροστά του. Τον τράβηξε  με το χέρι της. Τα πόδια της τυλιγμένα στο κορμί του τον δέχτηκαν, έκρηξη ζωής. Δάκρυα χαράς ή σπονδή ηδονής ; αυτά που κυλούσαν στο πρόσωπό του την ώρα που έκαναν έρωτα.
Έξω μια καινούργια καταιγίδα τραγουδούσε τους αναστεναγμούς τους.


******************************************* 

Το μικρό αυτό Διήγημα αποτέλεσε την δεύτερη από τις δύο μου προσωπικές Συμμετοχές στο Εξαιρετικό Διαχρονικό ΔΙΚΤΥΑΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ   "ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ #12", το οποίο διοργανώνεται κάτω από τη φιλοξενία και τον συντονισμό της Μαρίας στο Ιστολόγιό της εδώ:
Mytripsonblog
Στους Συνδέσμους που ακολουθούν μπορείτε να διαβάσετε όλες τις υπεροχες συμμετοχές:
 
12ο Παίζοντας με τις Λέξεις (Συμμετοχές 1-6)
12ο Παίζοντας με τις Λέξεις (Συμμετοχές 7-14)
12ο Παίζοντας με τις Λέξεις (Συμμετοχές 14-23)

Στον σύνδεσμο που ακολουθεί μπορείτε να διαβάσετε την Βράβευση καθώς και τα τελικά αποτελέσματα του διαγωνισμού
 
12ο Παίζοντας με τις Λέξεις-Βράβευση και αποτελέσματα παιχνιδιού

Εκεί θα δείτε και το εξαίρετο "Το Κόκκινο φόρεμα", που έγραψε με την υπέροχη πένα της η Ελένη-Ποιώ και πρώτευσε στον διαγωνισμό.
Σε έναν διαγωνισμό με υπέροχες συμμετοχές και δημιουργίες από όλους. 
Μία ακόμα φορά να ευχαριστήσω θερμά την Μαρία για την διοργάνωση και φιλοξενία του λογοτεχνικού αυτού δρώμενου που έχει πλέον καταξιωθεί στην δικτυακή γειτονιά για την ποιότητα και το μεράκι του.
Επίσης ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλες και όλους για το χρόνο τους να σταθούν και σε αυτό μου το διήγημα.



"Μετρώ τους Χτύπους" (Διήγημα)

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017



"Μετρώ τους Χτύπους"

Χτύπος πρώτος... Οξύς.
Σε βλέπω να περιφέρεσαι μόνο, εγκαταλειμμένο, μικρό και φοβισμένο. Ένα κινούμενο κορμάκι  με τα μικρά αυτάκια σου να ανεμίζουν στον αγέρα. Νιώθω τη ζεστασιά του κορμιού σου καθώς  μικρή μπαλίτσα στην αγκαλιά μου κάτω από το μπουφάν όπως κατηφορίζουμε τη στράτα στο δάσος. Ανταμώνω το βλέμμα σου αλλά και το ένστικτό σου  ότι κάτι φιλικό σε κουβαλάει.

Χτύπος δεύτερος...  Αντανακλαστικός.
Πόσες αγκαλιές σε γυροφέρνουν σαν δοκιμάζεις τα πρώτα δειλά βήματα γύρω απ το τζάκι στο νέο σπιτικό σου. Η Παρουσία σου κατάφερε να μαζέψει ολόγυρά μια οικογένεια. Να την ενώσει ξανά.

Χτύπος τρίτος... ελαφρύτερος.
Σε βλέπω να με κοιτάς. Με εκείνα τα μάτια σου. Μικρός ακόμα αλλά πιο σίγουρος. Ρουφάς κάθε μου κίνηση. Κρυφά να σκάβεις με τα ποδαράκια σου το χώμα στον κήπο δίπλα στα δικά μου λαγούμια με τα φρέσκα φυτά. Σε μαλώνω να μην τα ξεριζώνεις με τη μουσούδα σου.

Χτύπος τέταρτος... βαρύς.
Μεγάλωσες. Τρέχεις πια λεύτερος, σίγουρος.  Καλπάζεις αφηνιασμένος. Καταλαβαίνεις τη δύναμή σου να μεγαλώνει, να θεριεύει. Εκεί στην παλιά καλύβα δίπλα στη θάλασσα. Κουνάς την ουρά σου χαρούμενα σε εκείνον τον φτωχό μετανάστη που σε φιλεύει με ένα κομμάτι από το κουλούρι του.

Χτύπος πέμπτος... υπόκωφος.
Αγκαλιάζεις με τα μπροστινά  σου πόδια τη μικρή σου Κυρά που κλαίει. Την φιλάς με κάθε τρόπο στα μάγουλά θέλοντας να αποδιώξεις το πόνο της. Κάνεις χίλια δυό να γίνεις ένα μαζί της. Φέρνεις τη μπαλίτσα σου στο στόμα δώρο να ξεχάσει ό,τι την πληγώνει. Γυρεύεις με κάθε τρόπο το χαμόγελό της.

Χτύπος έκτος... μονότονος.
Γίνεσαι άγριο θεριό ανήμερο. Ουρλιάζεις πρωτόγνωρα στο ξένο και επιθετικό χέρι που τολμά να απλωθεί επάνω στη μεγάλη σου Κυρά. Είσαι εκεί, φύλακας, παθιασμένος υπερασπιστής, αδιαφορώντας αν είσαι άοπλος ή πιο αδύνατος. Δεν λογάς τον κίνδυνο και αδιαφορείς για το κόστος. Ματώνεις αλλά νικάς. Και μετά, με τα κοφτά χαρούμενα γαβγίσματά σου δηλώνεις τη χαρά  γλύφοντας τις πληγές σου.

Χτύπος έβδομος... σαν σούρσιμο.
Πως κάνεις έτσι σαν τρελός κι αλλοπαρμένος σαν επιστρέφουμε σπίτι...! πηδάς επάνω μας, μας αγκαλιάζεις, γυρίζεις σαν σβούρα στα πόδια μας. Για σένα ο χρόνος της απουσίας είναι μια ευθεία γραμμή. Δεν τον ξεχωρίζεις. Τον νιώθεις σκληρό αποχωρισμό. Και θέλεις να γιορτάσεις ξανά το αντάμωμα.

Χτύπος όγδοος... πνιγμένος.
Τα μάτια σου...! αχ καρδιά μου αυτά τα μάτια σου...! διάπλατα ανοιχτά, ζωγραφισμένα σαν δυό μεγάλα φεγγάρια που λάμπουν. Τόσο εκφραστικά. Έτοιμα να πουν τόσα μεγάλα κι αληθινά.

Αυτά σου του μάτια, τώρα παγωμένα. Γεμάτα απορία και πόνο. Με ένα απέραντο “γιατί” να κραυγάζει, να αντηχεί στα πέρατα της μέρας που ξημερώνει.
Τα μάτια σου λατρεμένε μου Φίλε, ψυχοπαίδι μου μεγάλο. Σκουπίζω απαλά το σφραγισμένο σου στόμα από τα υπόλοιπα του δηλητήριου που πήρε τη ζωή σου.
Είναι οι χτύποι που μετρώ στο χώμα που γράφουν το σενάριο των ύστατων στιγμών σου. Στην αγκαλιά μας. Πριν σε αποθέσω  στην ανοιχτή Γη που σε καρτερεί στερνή σου φωλιά.
Το πρώτο χάραμα της αυγής φωτίζει το βλέμμα μου γεμάτο αίμα. Καλό σου ταξίδι...!
Με καρτεράνε λογαριασμοί πίσω μου για σένα.



****************************************

Αφιερωμένο σε όλους εκείνους τους ανθρώπους που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουν ζήσει το άφθαστο μεγαλείο της ζωής και της συνύπαρξης με έναν Σκύλο, απολαμβάνοντας πραγματικά μαθήματα ζωής, εμπειρίας και άδολης αγάπης. Επίσης μια ΚΡΑΥΓΗ ενάντια στους άρρωστους ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ που χτυπούν ή δηλητηριάζουν ζώα δείχοντας  την ιταμή και δειλή τους κτηνωδία. Να γνωρίζουν ότι ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝΤΑΙ από παντού και δεν πρόκειται να διαφύγουν στην ανωνυμία και την ατιμωρησία. 
Οι εικόνες και το βίωμα που εξέφρασα στο μικρό αυτό αφήγημα πραγματικά με έχουν στοιχειώσει στη φαντασία μου.  Είναι εικόνες που δεν θέλω κανείς να ζήσει. Δώστε την αγάπη σας στους τετράποδους φίλους μας, ειδικά αυτούς τους αδέσποτους και περιπλανημένους. Να ξέρετε ότι έχετε να εισπράξετε συναισθήματα που δεν υπολογίσατε ποτέ.

*****************************************

Το μικρό αυτό Διήγημα αποτέλεσε την πρώτη από τις δύο μου προσωπικές Συμμετοχές στο Εξαιρετικό Διαχρονικό ΔΙΚΤΥΑΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ   "ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ #12", το οποίο διοργανώνεται κάτω από τη φιλοξενία και τον συντονισμό της Μαρίας στο Ιστολόγιό της εδώ:
Mytripsonblog
Στους Συνδέσμους που ακολουθούν μπορείτε να διαβάσετε όλες τις υπεροχες συμμετοχές:
 
12ο Παίζοντας με τις Λέξεις (Συμμετοχές 1-6)
12ο Παίζοντας με τις Λέξεις (Συμμετοχές 7-14)
12ο Παίζοντας με τις Λέξεις (Συμμετοχές 14-23)

Στον σύνδεσμο που ακολουθεί μπορείτε να διαβάσετε την Βράβευση καθώς και τα τελικά αποτελέσματα του διαγωνισμού
 
12ο Παίζοντας με τις Λέξεις-Βράβευση και αποτελέσματα παιχνιδιού

Εκεί θα δείτε και το εξαίρετο "Το Κόκκινο φόρεμα", που έγραψε με την υπέροχη πένα της η Ελένη-Ποιώ και πρώτευσε στον διαγωνισμό.
Σε έναν διαγωνισμό με υπέροχες συμμετοχές και δημιουργίες από όλους. 
Να ευχαριστήσω θερμά την Μαρία για την διοργάνωση και φιλοξενία του λογοτεχνικού αυτού δρώμενου που έχει πλέον καταξιωθεί στην δικτυακή γειτονιά για την ποιότητα και το μεράκι του.

Πέτρου Μάρκαρη: Η Τριλογία της Κρίσης

Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Μιας και στο προηγούμενο θέμα μου καταπιαστήκαμε με το Βιβλίο και την Βιομηχανία Προώθησης κάποιων συγγραφέων, σήμερα παίρνω τη σκυτάλη να σας παρουσιάσω ένα εξαίρετο Βιβλίο από το μεγάλο λογοτεχνικό έργο του:

Πέτρου Μάρκαρη


Ο Πέτρος Μάρκαρης είναι αυτή τη στιγμή ο κατ' εξοχήν εκφραστής του Σύγχρονου Ελληνικού Αστυνομικού Μυθιστορήματος. Κάτι δηλαδή σαν τον Γιάννη Μαρή της εποχής μας.
Γεννημένος την Πρωτοχρονιά του 1937 είναι πλέον ευρύτερα γνωστός για τα Αστυνομικά του μυθιστορήματα αλλά και την παράλληλη λογοτεχνική του δράση.

Ήρωας των έργων του είναι ο Αστυνόμος Χαρίτος και ένας ευρύτερος επαγγελματικός και οικογενειακός κύκλος γύρω του. Ένας κύκλος που παραμένει αυστηρά σταθερός σε όλη τη σειρά των έργων του.

Άριστος γνώστης της Γερμανικής παιδείας, έχει γράψει θεατρικά έργα, κινηματογραφικά και τηλεοπτικά σενάρια όπως και μεταφράσεις μεγάλων κλασικών θεατρικών έργων ("Φάουστ" του Γκαίτε). 

Προσωπικά έχω δει, μεταφερμένα στην δημόσια τηλεόραση, δύο του υπέροχα έργα:

Το "Νυχτερινό Δελτίο" και την "Άμυνα Ζώνης". Τον αστυνόμο Χαρίτο ενσάρκωσε στην οθόνη ο αείμνηστος και εξαίρετος Μηνάς Χατζησάββας. Τα έργα αυτά μεταφράστηκαν σε Γερμανία, Ιταλία-με τεράστια επιτυχία, Γαλλία, Ισπανία, Αγγλία, Τουρκία και ΗΠΑ.



Η Τριλογία της Κρίσης

Μετά το 2010, ο Πέτρος Μάρκαρης, σκανάρει την Ελληνική Κοινωνία και το γίγνεσθαι σε αυτήν κάτω από τις νέες κοινωνικές σχέσεις που διαμόρφωσε η καταβαράθρωση του Ελληνικού Λαού στη φτώχια και στην ανέχεια. Μια κρίση που ήταν αδύνατον να αφήσει αλώβητες τις συμπεριφορές, ακόμα και αυτές που άπτονται στις παρυφές του κοινωνικού περιθωρίου και του εγκλήματος.

Έτσι ο ευρηματικός και χαρισματικός συγγραφέας ξεκινάει το 2010 με την συγγραφή ΤΡΙΩΝ (3) Αστυνομικών Μυθιστορημάτων.

  • 2010  "Ληξιπρόθεσμα Δάνεια"
Ο Αστυνόμος Χαρίτος παντρεύει την κόρη του Κατερίνα. Όμως δεν προλαβαίνει να χαρεί καθώς τις επόμενες μέρες, μεσούσης της κρίσης, εμφανίζεται ένας δολοφόνος που σκοτώνει τραπεζικά και μεγάλα οικονομικά στελέχη όπως και ανθρώπους του χρήματος. Το γόητρο της χώρας καταρρέει και ο αστυνόμος καλείται να προλάβει τα χειρότερα.


  • 2011  "Περαίωση"
Κάποιος αρχίζει να δολοφονεί φοροφυγάδες για να γεμίσει τα ταμεία του κράτους, κατά δήλωσή του. Πως θα αντιδρούσαμε σε μια τέτοια περίσταση ; με τι κοινωνικά αντανακλαστικά ; Ο Αστυνόμος Χαρίτος βρίσκεται μπροστά σε μεγάλα διλήμματα. Ο Μισθός του μειωμένος, η κόρη του ετοιμάζεται να μεταναστεύσει. Εκείνος καλείται υπηρεσιακά να συλλάβει έναν δολοφόνο που προσφέρει "θεάρεστο έργο". Που παλεύει ο αστυνομικός με τον άνθρωπο ;

  • 2012  "Ψωμι-Παιδεία-Ελευθερία"     
Ενώ στην Αθήνα, ο απλός λαός προσπαθεί να επιβιώσει εν μέσω κρίσης, κάποιος αρχίζει να δολοφονεί επώνυμα πρόσωπα από τα στελέχη της Γενιάς του Πολυτεχνείου. Σε κάθε θύμα αφήνει και ένα μήνυμα της Εξέγερσης. Ποιος είναι ο δολοφόνος, ποια τα κίνητρα ; κάποια φασιστική οργάνωση ή παλιές αμαρτίες ; 


Εδώ το πρωτογενές υλικό δράσης του συγγραφέα αλλάζει. Οι ένοχοι, οι δολοφόνοι δεν στοχοποιούν είτε ανθρώπους του υποκόσμου είτε άμεσα συγγενικά ή άλλα πρόσωπα. Εδώ ο φόνος αποκτά κοινωνικά χαρακτηριστικά καθώς στο στόχαστρο μπαίνει όλη η διευθυντική υποδομή των στελεχών εκείνων που διαχειρίζονται συστημικές οικονομικές θέσεις:

Τραπεζικά στελέχη, Managers, Διευθυντές εισπρακτικών εταιρειών, ύποπτους επιχειρηματίες κλπ

Ο Μάρκαρης έχει ένα ξεχωριστό στυλ στη γραφή του. Γράφει πάντα σε άμεσο πρώτο πρόσωπο δια λόγου του κεντρικού ήρωά του, δηλαδή του Αστυνόμου Χαρίτου, ο οποίος πλέον μπαίνει μπροστά σε δύσκολες πιέσεις και διλήμματα. Πιέσεις στις οποίες φυσικά παρασύρεται και ο αναγνώστης ο οποίος κάνει χρέη της λαϊκής κοινής γνώμης. Ο Χαρίτος, ως άνθρωπος του νόμου, φυσικά παλεύει να αποκαλύψει τον ή τους δολοφόνους. Όμως αυτή τη φορά θα κατανοήσει τόσο τα συλλογικά κίνητρα των δραστών όσο όμως και την προσωπική παραμόρφωση που έχουν υποστεί στην αυστηρή προσωπική τους ζωή.

Ο Μάρκαρης έχει την μαεστρία να διευθύνει τη γραφή του τόσο διεισδυτικά ώστε ο καθένας μας ξεκινάει από τα βάθη εκείνα των παραμορφώσεων και στρεβλώσεων που οδήγησαν την πατρίδα μας αλλά και την κοινωνία της σε αυτό που ονομάζουμε "Οικονομική και Κοινωνική Κρίση".







Το 2014 ο Συγγραφέας προσέθεσε και ένα τέταρτο αστυνομικό μυθιστόρημα, δίνοντας έτσι τον χαρακτήρα 3+1 της Τριλογίας του με τον τίτλο:

  • 2014  "ΤΙΤΛΟΙ ΤΕΛΟΥΣ"

Εδώ ο Πέτρος Μάρκαρης πραγματικά φτάνει σε θέματα φωτιά. Ο Αστυνόμος Χαρίτος αντιλαμβάνεται τον βαθμό διείσδυσης των φασιστών της Χ.Α. στους μηχανισμούς της Αστυνομίας καθώς παρατηρεί την εγκληματικότητα μέσα στις κοινότητες των μεταναστών. Όμως οι τελευταίοι θα είναι αυτοί που θα αναλάβουν τον αγώνα κατά της κοινωνικής αδικίας από τις διεφθαρμένες κρατικές δομές. Και εδώ πάλι ο συγγραφέας θα "παίξει" με την ηθική υπεροχή των δολοφόνων. Όμως εδώ το φινάλε του, το τέλος του θα είναι παντελώς διαφορετικό και ίσως πιο τραγικό και αδιέξοδο.
.



Όπως βλέπουμε λοιπόν, το Αστυνομικό μυθιστόρημα βαφτίζεται μέσα στην καρδιά των κοινωνικών εξελίξεων. Την διαβάζει, την καταγράφει, την βιώνει, την εξηγεί. Πάντα με τον μοναδικό του λόγο, δια στόματος και σκέψης Αστυνόμου Χαρίτου, με το εξαίρετο χιούμορ του, την διαύγεια του λόγου του και τέλος με τον μοναδικό τέλος του που κορυφώνεται δραματικά και τραγικά ανεβάζοντας τα συναισθήματα, τις ανθρώπινες εντάσεις και τις τραγικές αλήθειες με ένα υπέροχο συγκλονιστικό τρόπο.